Ομιλία Κώστα Σημίτη: «ΑΝΑΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΜΙΑΣ ΕΥΔΟΚΙΜΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ» 20/04/2019

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΓΛΑΥΚΟΣ ΚΛΗΡΙΔΗΣ
ΓΙΑ ΤΑ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ
ΤΟΥ ΓΛΑΥΚΟΥ ΚΛΗΡΙΔΗ

 ΟΜΙΛΙΑ

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΣΗΜΙΤΗ
ΠΡΩΗΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 «ΑΝΑΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΜΙΑΣ ΕΥΔΟΚΙΜΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ»

 

20 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2019
ΣΥΝΕΔΡΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ, ΛΕΥΚΩΣΙΑ

 

Σύμφωνα με τα πολιτικά στερεότυπα, με τον Γλαύκο Κληρίδη ανήκαμε σε διαφορετικές πολιτικές παρατάξεις. Το στοιχείο αυτό ουδόλως επέδρασε αρνητικά στις σχέσεις μας. Επτά από τα οχτώ χρόνια της διακυβέρνησής μου συνέπεσαν με τη δική του διακυβέρνηση. Όλο αυτό το διάστημα, συνεργασθήκαμε γόνιμα και παραγωγικά. Φιλικά και ανθρώπινα. Με σεβασμό κι εκτίμηση, ο ένας για τον άλλο. Και πάντοτε με γνώμονα το κοινό συμφέρον Κύπρου και Ελλάδας.

Παρά τις διαφορετικές ιδεολογικές μας καταβολές, η συνεργασία μας στα εθνικά θέματα που κληθήκαμε να αντιμετωπίσουμε από κοινού, την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το Κυπριακό, ήταν βασισμένη σε κοινές πολιτικές αρχές και αξίες: του αλληλοσεβασμού, της ειλικρίνειας, της εντιμότητας, της μετριοπάθειας. Πορευτήκαμε με βάση την ίδια πολιτική φιλοσοφία που ήταν: Καθορισμός  κοινών ρεαλιστικών  στόχων. Σχεδιασμός και μεθοδικότητα. Σωστή ανάγνωση και αξιοποίηση του ευρωπαϊκού και διεθνούς περιβάλλοντος. Αξιοπιστία στο διεθνές πεδίο. Και κυρίως, μια τακτική που υπηρετούσε τους κοινούς στρατηγικούς στόχους.

Στο Γλαύκο Κληρίδη με την πρώτη επαφή αναγνώριζες τρεις αρετές: Την αγνή και βαθιά φιλοπατρία του. Το προσωπικό και πολιτικό του ήθος. Και το ό,τι στην πολιτική του, η διεκδικητικότητα και ο ρεαλισμός πήγαιναν μαζί.

Ως Πρόεδρος, ο Γλαύκος Κληρίδης έθεσε δυο στόχους ζωής: Να λύσει το κυπριακό και να εντάξει την Κύπρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Την ένταξη την πέτυχε, στο Κυπριακό, όμως, δεν τα κατάφερε. Η λήξη της θητείας του ανέκοψε εκείνη τη δυναμική.

Όταν εκλέχτηκα πρωθυπουργός το 1996, είχα διαμορφώσει το δικό μου ευρωπαϊκό όραμα – την ένταξη της Ελλάδας στο ευρώ, από κοντά με την  ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη λύση του κυπριακού προβλήματος. Στα δύο τελευταία εναρμονιστήκαμε με τον Κληρίδη.

Από το 1974 είχαν ήδη περάσει είκοσι δύο χρόνια συνομιλιών χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Χρειαζόμασταν νέες ιδέες, για να μετακινήσουμε την αδιαλλαξία του Ραούφ Ντενκτάς και των υποστηρικτών του στην Άγκυρα. Στη διεθνή πολιτική δεν μοιρολατρείς, αξιοποιείς τις συγκυρίες και δημιουργείς ευκαιρίες. Το ρόλο σου στη διεθνή σκηνή δεν τον επαιτείς, τον διεκδικείς και τον κερδίζεις. Φτάνεις στο στόχο σου με σχεδιασμό, στρατηγική και ρεαλισμό. Η ιστορική ευκαιρία που μας δόθηκε ήταν η μεγάλη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα δέκα κράτη. Κάναμε σαφές στους εταίρους μας, ότι δεν μπορούσε να υπάρξει διεύρυνση χωρίς την Κύπρο. Ταυτόχρονα, αξιοποιήσαμε ως ισχυρό κίνητρο για την Τουρκία την επιθυμία της και την προοπτική της δικής της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έτσι κατορθώσαμε και κάναμε την Ευρωπαϊκή Ένωση καταλύτη στη λύση του κυπριακού.

Σήμερα πολλοί πιθανόν να νομίζουν, ότι η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν αυτονόητη. Όμως, ήταν ένα εξαιρετικά  δύσκολο εγχείρημα που δεν θα γινόταν ποτέ πραγματικότητα, εάν δεν υπήρχε η στενή συνεργασία Αθηνών –Λευκωσίας, όχι με διακηρύξεις αλλά στην πράξη, με όραμα, με στόχους, με αξιοπιστία και με ειλικρίνεια.

Με τον Κληρίδη «ταιριάξαμε» αμέσως.  Ο Κληρίδης κέρδισε αμέσως την εμπιστοσύνη μου με την ηρεμία, την διαλλακτικότητα και βέβαια την γρήγορη αντίληψή του.  Δεν ένοιωθα, όπως συνέβη με άλλους κυπρίους ηγέτες, ότι ανήκα σε άλλη χώρα και ότι βρισκόμουν με τον συνομιλητή μου σε μια διεθνή διαπραγμάτευση που επέβαλε προσοχή. Είχα συναίσθηση μιας συζήτησης με στενό μου συνεργάτη, μιλούσαμε ελεύθερα χωρίς να υπάρχουν δεύτερες σκέψεις και οι δύο προσέχοντας μη δημιουργήσουμε προβλήματα ο ένας στον άλλον.

Ο Κληρίδης μου διηγήθηκε διάφορα επεισόδια της ζωής του.  Έδειχναν έναν άνθρωπο αποφασιστικό και τολμηρό.  Στη διάρκεια του παγκοσμίου πολέμου ήταν πιλότος σε αγγλικό πολεμικό αεροπλάνο, που καταρρίφθηκε.  Έπεσε με αλεξίπτωτο σε γερμανικό έδαφος, συνελήφθη από τους Γερμανούς που τον έκλεισαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.  Προσπάθησε επανειλημμένα να δραπετεύσει.  Στη Κύπρο επέστρεψε μετά το τέλος του πολέμου, αφού πήγε πεζή από τη Γερμανία μέχρι τη Γιουγκοσλαβία, όπου αντάρτες του Τίτο φρόντισαν για την επιστροφή του στην Ελλάδα. Κανείς, βλέποντάς τον σε μια πολυθρόνα και να συζητάει χαμογελαστός, δεν θα μπορούσε να πιστέψει ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν ένας σκληρός μαχητής.

Συμφωνήσαμε γρήγορα στους στρατηγικούς μας στόχους. Σχεδιάσαμε από την αρχή, και σχεδιάζαμε σε κάθε στάδιο, από κοινού την τακτική μας. Η Αθήνα είχε την πρωτοβουλία των ευρωπαϊκών χειρισμών και η Λευκωσία, ασφαλώς, είχε και διατήρησε την  πρωτοκαθεδρία στο κυπριακό.  Μεταξύ μας υπήρχε μία κατανομή ρόλων, πρωτοφανής στην ιστορία των σχέσεων Αθηνών – Λευκωσίας, με απουσία τριβών, που έφερε αποτελέσματα.  Σε κάθε στάδιο των διαπραγματεύσεων υπήρχαν εμπόδια. Χωρίς τη λύση του κυπριακού η ένταξη φαινόταν, εάν δεν ήταν, απολύτως αδύνατη. Οι Ευρωπαίοι ήταν απρόθυμοι να εντάξουν μια διαιρεμένη Κύπρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η Άγκυρα απειλούσε με αντίδραση άνευ ορίων.

Η διαδικασία ένταξης πέρασε από διάφορα στάδια.

Ο πρώτος μεγάλος στόχος, που ήταν η λήψη της πολιτικής απόφασης από την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι η Κύπρος μπορεί να αρχίσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις, επιτεύχθηκε από το 1995 με το «Μνημόνιο Ζιπέ – Κρανιδιώτη». Ο Γιάννος Κρανιδιώτης υπήρξε ένας από τους στυλοβάτες της ένταξης. Δυστυχώς τον χάσαμε τόσο πρόωρα και δεν ευτύχησε να ζήσει την ολοκλήρωση του οράματός του.

Ο δεύτερος μεγάλος στόχος ήταν η απόφαση, να αρχίσει η Κύπρος διαπραγματεύσεις ταυτόχρονα με τα υπόλοιπα τότε εννέα υπό ένταξη κράτη. Να μην διαχωριστεί η δική της διαδικασία. Ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε το Δεκέμβριο του 1997 στο Λουξεμβούργο. Η απόφαση αναφερόταν, επίσης, και στην ανάγκη επίλυσης του κυπριακού. Αυτός ήταν εξάλλου και ο μεγάλος τελικός στόχος μας.

Ο επόμενος μεγάλος στόχος ήταν, να αρχίσουν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις και να διαχειριστούμε τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων, την οποίαν επέβαλλε η απόφαση του Λουξεμβούργου. Δυστυχώς, με τον Ντενκτάς στην ηγεσία τους, αυτό ήταν αδύνατο έως επικίνδυνο. Δεν σταθήκαμε στην άρνηση.  Διαμορφώσαμε, θα έλεγα με αριστοτεχνικό τρόπο την πρότασή μας και πετύχαμε την έναρξη των διαπραγματεύσεων, χωρίς τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων. Οι σοφοί χειρισμοί του Κληρίδη ήταν καθοριστικοί.

Η πορεία των ενταξιακών διαπραγματεύσεων έπρεπε να εξελίσσεται ομαλά κι αδιασάλευτα. Την ευθύνη των διαπραγματεύσεων ανέλαβε ο Γιώργος Βασιλείου, που στρατεύθηκε στην προσπάθεια της ένταξης της Κύπρου, αν και ανήκε σε διαφορετική πολιτική παράταξη. Ο Βασιλείου επιτέλεσε ένα εξαιρετικό έργο. Η συνεργασία Κληρίδη – Βασιλείου έφερε την Κύπρο να ολοκληρώνει πρώτη τις διαπραγματεύσεις της, αποτέλεσμα που είχε ιδιαίτερη σημασία καθώς ήταν ένα πολύτιμο πολιτικό μας πλεονέκτημα.

Παρόλο που η ένταξη και η ταυτόχρονη λύση του κυπριακού ήταν ο στόχος μας, αυτό δεν εξαρτάτο μόνο από εμάς.  Έπρεπε να διασφαλίσουμε, ότι η Κύπρος θα εντασσόταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση ακόμη και με άλυτο το πρόβλημά της. Και πάλι θα πρέπει να τονίσω ότι σήμερα πιθανόν κι αυτό να θεωρείται αυτονόητο. Τότε, όμως, ήταν αδιανόητο.

Στις συζητήσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση στηρίξαμε την πολιτική και την επιχειρηματολογία μας στην ίση μεταχείριση της οποίας έπρεπε να τύχει η Κύπρος. Εάν η επίλυση του κυπριακού ήταν προϋπόθεση θα καθίστατο η Κύπρος όμηρος της τουρκικής αδιαλλαξίας και ούτε η ένταξη θα προχωρούσε ούτε η λύση του κυπριακού. Αντιθέτως, η αποδέσμευση της ένταξης από τη λύση, θα ήταν ένας ισχυρός μοχλός πίεσης προς την τουρκική πλευρά.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναζητούσε μία ισορροπία ανάμεσα στα δύο άκρα, η οποία επιτεύχθηκε με την απόφαση του Ελσίνκι. Στη σύνοδο κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο  Ελσίνκι συμφωνήσαμε, ότι τη στιγμή της απόφασης για ένταξη της Κύπρου θα λαμβάνονταν υπόψη «όλα τα σχετικά στοιχεία». Το οποίο σήμαινε, ότι η Κύπρος θα μπορούσε να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση ακόμη και με άλυτο το κυπριακό πρόβλημα, αρκεί να μην ευθυνόταν η ελληνοκυπριακή πλευρά. Η επιτυχία μας με τη συμφωνία του Ελσίνκι δικαιώθηκε πολιτικά και ιστορικά.

Η Κοπεγχάγη ήταν και αποδείχτηκε ο πιο κρίσιμος σταθμός. Το Δεκέμβριο του 2002, στη σύνοδο κορυφής της Κοπεγχάγης, θα αποφασιζόταν οριστικά και αμετάκλητα εάν η Κύπρος θα εντασσόταν στην ΕΕ – ή εάν η περίπτωσή της θα διαχωριζόταν από αυτές των άλλων εννέα υποψηφίων προς ένταξη κρατών.

Ήμουν αποφασισμένος να βάλω στην ανάγκη βέτο και να μην επιτρέψω τη διεύρυνση, εάν δεν περιλάμβανε και την Κύπρο. Ζητούμενο όμως, δεν ήταν να κάνουμε τους ήρωες, ζητούμενο ήταν να κερδίσουμε την ένταξη παρά της πολλές αντιρρήσεις και πιέσεις που ασκούσε η Τουρκία. Τα κύρια μέλη της Ε.Ε. με κάλεσαν σε ιδιαίτερες συζητήσεις, όπου με πίεσαν να μην προβάλλω βέτο αν δεν υπήρχε συμφωνία όλων στην ένταξη της Κύπρου. Χαμογελαστά τους διαβεβαίωσα ότι μου ζήτησαν κάτι αδύνατο και ότι η ένταξη της Κύπρου είναι όρος για την ένταξη και των υπολοίπων κρατών.  Η Τουρκία αναγκάστηκε έτσι να εγκαταλείψει την πάγια πολιτική που ακολουθούσε στο Κυπριακό μετά το 1974.  Σύμφωνα με αυτήν, το Κυπριακό είχε λυθεί με την «επέμβασή της», ενώ η «επικύρωση» της «οριστικής» λύσης περιοριζόταν στην αναγνώριση της «Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου» ως ανεξάρτητου κράτους.  Τον Φεβρουάριο του 2004 αναγκάστηκε όμως να δεχτεί την επίλυσή του στο πλαίσιο των αποφάσεων του ΟΗΕ με βάση το σχέδιο Ανάν.  Η αλλαγή ρότας της τουρκικής πολιτικής στο Κυπριακό είναι αποτέλεσμα των αποφάσεων του Ελσίνκι και επιτυχία της εξωτερικής μας πολιτικής.  Παρά την αρνητική έκβαση του ελληνοκυπριακού δημοψηφίσματος τον Απρίλιο του 2004, η Τουρκία δεν μπορεί πια να υπαναχωρήσει από την ομοσπονδιακή λύση εκτός και αν την αρνηθεί η ελληνοκυπριακή πλευρά.  Είχε ήδη υποβληθεί το σχέδιο Ανάν και οι συζητήσεις με βάση αυτό ήταν στην κορύφωσή τους. Ο Ντενκτάς και η Τουρκία, πέραν των πιέσεων που ασκούσαν προς τα άλλα κράτη που θα έπαιρναν την απόφαση, έκαναν επιτήδειους ελιγμούς. Μαζί με τον πρόεδρο Κληρίδη τους αντιμετωπίσαμε με απόλυτη επιτυχία.

Η Κύπρος πέτυχε το μεγάλο στόχο της ένταξης χωρίς όρους και  χάρη στις πολιτικές αρετές και την έμπειρη ηγεσία του Γλαύκου Κληρίδη, με τη διαχρονική βοήθεια και συχνά καθημερινή στήριξη, του Γιαννάκη Κασουλίδη, του Χρήστου Στυλιανίδη, του Μιχάλη Παπαπέτρου, του αείμνηστου συνεργάτη μου Γ. Παπαδημητρίου και ασφαλώς άλλων που δεν συγκράτησα τα ονόματά τους.

Ο Κληρίδης συνεργάστηκε μαζί μας, την κυβέρνηση της Ελλάδας, με τρόπο υποδειγματικό. Κατανόησε ότι το ευρωπαϊκό πεδίο είναι το προνομιακό μας πεδίο. Και αναγνώρισε ότι η Ελλάδα, η οποία ως χώρα μέλος της ΕΕ είχε ρόλο, ειδικό βάρος και γνώσεις, έπρεπε να έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.  Μας εμπιστεύτηκε και τον εμπιστευτήκαμε. Αξιοποιήσαμε ο ένας τον άλλο. Η Κύπρος αξιοποίησε το ρόλο της Ελλάδας και το κύρος που αποκτήσαμε, χειριζόμενοι ως Προεδρία δύσκολα ζητήματα, όπως ήταν η επέμβαση των ΗΠΑ με τη συμπαράσταση της Ισπανίας στο Ιράκ και η εκρηκτική κατάσταση στα Βαλκάνια. Και εμείς αξιοποιήσαμε τη σοφία του Κληρίδη από την πολύχρονη ενασχόλησή του με το κυπριακό. Την αξιοπιστία που είχε, σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο και στις χώρες που πρωταγωνιστούσαν, η συνεπής πολιτική του για λύση, στη βάση ενός αξιοπρεπούς συμβιβασμού.

Το κυπριακό, παραμένει ακόμη σε εκκρεμότητα. Τη θέση μου για το δημοψήφισμα την είπα τότε δημόσια.  Το σχέδιο Ανάν ήταν παρά τις μη ικανοποιητικές, σε ορισμένα θέματα, ρυθμίσεις, μία λύση για να αποφευχθούν μελλοντικές συγκρούσεις.  Πρέπει να κρίνουμε τις αποφάσεις μας.  Να διδασκόμαστε από την ιστορία.  Τα δημοψηφίσματα δεν οδηγούν πάντα σε ορθές λύσεις.  Παράδειγμα είναι το δικό μας δημοψήφισμα το 2015.  Η πλειοψηφία του ελληνικού λαού ψήφισε για την αποχώρηση από την ζώνη του Ευρώ με προτροπή της κυβέρνησης η οποία μετά έκανε στροφή 180º.  Και, τέλος, το παράδειγμα τώρα της Βρετανίας και του Brexit είναι επίσης διδακτικό.  Σημασία έχει η συγκυρία.  Παίζει σημαντικό ρόλο για τις δυνατότητες λύσεων.   Η συγκυρία είναι σήμερα, όσον αφορά το κυπριακό, διαφορετική από το 2004, λόγω του θέματος των πετρελαίων που έχει αυξήσει τις απαιτήσεις της Τουρκίας και σκληραίνει τη στάση της.

Κάνοντας σήμερα έναν απολογισμό της κοινής μας πορείας με το Γλαύκο Κληρίδη, μπορώ να πω ότι αυτός κατά γενική ομολογία θεωρείται θετικός. Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν η κορυφαία στιγμή της εθνικής στρατηγικής μας. Εκείνο που έμοιαζε ακατόρθωτο, έγινε πραγματικότητα. Η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται σήμερα μέσα σε έναν από τους πιο μεγάλους και πιο ισχυρούς οργανισμούς στον κόσμο, με όλα τα θετικά συνεπακόλουθα. Ταυτόχρονα, ή ένταξη είναι και ισχυρή παρακαταθήκη. Χάρις στην διαδικασία ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την εδραίωσή της ως κράτους μέλους,  η Τουρκία συζητά σοβαρά τη λύση. Η λύση που θα εξευρεθεί, πρέπει να βασίζεται στο ευρωπαϊκό κεκτημένο. Και θα εφαρμοστεί μέσα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, που αποτελεί εγγύηση εφαρμογής της.

Το κυπριακό δεν μπορεί να παραμείνει εσαεί άλυτο. Τα δεδομένα και οι συνθήκες θα δώσουν λύση και η λύση δεν πρέπει να δοθεί ερήμην των ελληνοκυπρίων. Πρέπει να δοθεί με τη δική τους ενεργητική συμμετοχή, διαφορετικά θα αποβεί σε βάρος των συμφερόντων τους. Τα ιστορικά δεδομένα και οι συνθήκες που διαμορφώνονται από την αδρανή παρέλευση του χρόνου δεν  είναι ευνοϊκά, ειδικά μάλιστα όταν δεν είσαι ο δυνατός στην σκακιέρα. Ο χρόνος δημιουργεί τετελεσμένα.

Το συμφέρον το δικό μας, αλλά και το συμφέρον της Τουρκίας, βρίσκονται στην οργανική διασύνδεση της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Τουρκία έχει ανάγκη την περιφερειακή συνεργασία και την ενεργειακή απεξάρτηση. Συγκυρίες εξακολουθούν να υπάρχουν και οφείλουμε να τις αξιοποιήσουμε.

Το Γλαύκο Κληρίδη τον τιμούμε για το προσωπικό του ήθος πάνω απ’ όλα. Ο Κληρίδης έφυγε από την πολιτική χωρίς περιουσία.  Συνδύαζε το προσωπικό με το πολιτικό ήθος.  Ήταν τίμιος και ειλικρινής με τους πολιτικούς του αντιπάλους, δεν κατηγορούσε κανένα. Στρατηγικό μυαλό στην πολιτική, έβλεπε μακριά. Δεν αναλισκόταν σε τακτικισμούς. Είχε διεθνές κύρος και αξιοπιστία, γιατί αποδείκνυε έμπρακτα τις αρχές και τις αξίες στις οποίες πίστευε. Το δίδαγμα από την προσωπική μου εμπειρία από τον ευρωπαϊκό χώρο είναι, ότι η αξιοπιστία είναι αυτή που μετρά πρωτίστως. Η Κύπρος, ως μικρή χώρα, χρειάζεται τη διεθνή αξιοπιστία. Ειδικά μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η αξιοπιστία είναι πρώτη προϋπόθεση για οποιαδήποτε περαιτέρω συνεννόηση.

Αναφέρθηκα σε ιστορικά γεγονότα και είπα λόγια τα οποία πιστεύω βαθύτατα. Η δικαίωση και η υστεροφημία του Κληρίδη βρίσκονται στην πολιτεία του. Βρίσκονται στη μεγάλη επιτυχία της ένταξης. Βρίσκονται στις ευνοϊκές προϋποθέσεις που δημιούργησε για τη λύση του κυπριακού. Βρίσκονται στο όραμά του για μια ενωμένη ευρωπαϊκή Κύπρο. Και αυτή, θα είναι η μεγαλύτερη δικαίωσή του και η μεγαλύτερη τιμή.

Σας ευχαριστώ.