Η επίλυση του Κυπριακού προβλήματος

Η επίλυση του Κυπριακού προβλήματος αποτελεί μείζονα στόχο της Ελλάδας τα τελευταία είκοσι οκτώ χρόνια. Εκείνο που διαφοροποιεί τα προηγούμενα είκοσι οκτώ χρόνια από τη ση­ μερινή συγκυρία είναι ότι η Ελλάδα με την Κύπρο κατάφεραν μέσα από μια μακροχρόνια στρατηγική διεθνοποίησης του Κυ­ πριακού προβλήματος να συσπειρώσουν όλη τη διεθνή κοινό­ τητα, και όχι μόνο τον ΟΗΕ, στην ανάγκη πίεσης για λύση. Για μία λύση που ανατρέπει την άποψη της άλλης πλευράς, που πάγια υποστήριζε ότι η λύση δόθηκε το ’74 και ότι το μόνο που έμενε ήταν να την επικυρώσει η διεθνής κοινότητα.

Τη «λύση», που υποτίθεται ότι «δόθηκε το ’74», αρχίσαμε να την αμφισβητούμε αποτελεσματικά στην πράξη μόνο μετά το 1994, όταν Ελλάδα και Κύπρος θεμελιώσαμε μια νέα εθνική στρατηγική. Προτάξαμε την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και έχουμε αποτελέσματα είκοσι οκτώ χρόνια μετά την εισβολή. Η επονομαζόμενη «λύση του ’74» δημιουργεί σήμερα σημαντικές δυσκολίες στους Τουρκο­ κυπρίους και την Τουρκία. Έφτασε στα όρια και τα αδιέξοδά της. Γι’ αυτό και τώρα η ίδια η Τουρκία αναζητεί μια λύση που να ανοίγει το δρόμο στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας.

Στη σημερινή εξέλιξη οδήγησε η ωρίμανση της εθνικής στρα­τηγικής μας για την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένω­ση. Η σημερινή εξέλιξη είναι αποτέλεσμα δικού μας σχεδίου, δικών μας προσπαθειών επί οκτώ χρόνια. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνά κανείς. Ο ελληνικός λαός, ανεξάρτητα από κομματικές τοποθετήσεις, πρέπει να ξέρει ότι οι κόποι και οι προσπάθειές του κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90 δεν έχουν οδηγήσει μόνο στην ΟΝΕ, μόνο σε μεγάλα έργα, μόνο σε οικονομική ανάπτυξη, αλλά ταυτόχρονα έχουν συμβάλει ενεργά σε εξελίξεις μείζονος σημασίας για την Ελλάδα και τον ελληνισμό.

Την εθνική στρατηγική για την ένταξη της Κύπρου στην Ευ­ρωπαϊκή Ένωση τη σφραγίσαμε στο Ελσίνκι το 1999 και θα την επικυρώσουμε σε δύο εβδομάδες στην Κοπεγχάγη: Η διεύρυνση ξεκινά και με την Κύπρο. Είμαστε αποφασισμένοι και θα πετύχονμε την καθαρή λύση της ένταξης. Η επικείμενη ένταξη της Κύπρον είναι η «νέα σταθερά», που έκανε δυναμικά την εμφάνισή της στη δύσκολη «εξίσωση» του Κυπριακού προβλήματος. Διαβλέψαμε έγκαιρα ότι λύση μπορεί να επέλθει μέσα από την προοπτική της ένταξης ή την ένταξη. Γι’ αυτό την υποστηρίξαμε τόσο συστηματικά και τόσο ενεργά όλα αυτά τα χρόνια. Και θέλω να επισημάνω πως αυτή η υποστήριξη δεν ήρθε μόνο από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αλλά από το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων σε Ελλάδα και Κύπρο.

Πριν από διόμισι εβδομάδες λάβαμε το σχέδιο λύσης του Γε­ νικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών Κόφι Ανάν. Δεν είναι ένα σχέδιο που ήρθε απροσδόκητα και απροειδοποίητα. Εμείς ωθήσαμε τις εξελίξεις προς την κατεύθυνση της διατύπωσης συγκεκριμένων προτάσεων. Οι ελληνικές κυβερνήσεις από το 1974 και μετά επιδιώκαμε τη λύση του πολιτικού προβλήματος της Κύπρου με τη μεσολάβηση του ΟΗΕ. Θέλαμε έτσι να υπερβούμε τη συνεχή άρνηση της τουρκοκυπριακής πλευράς να συζητήσει το θέμα. Να αρχίσει διάλογος. Κατά το παρελθόν, ο ΟΗΕ είχε διατυπώσει ιδέες που είχαν απορριφθεί. Για πρώτη φορά παρουσίασε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο που, παρ’όλη τη δυσφορία της, η τουρκοκυπριακή πλευρά δεν μπόρεσε να απορρίψει.

Υπάρχει τώρα δυνατότητα να λύσουμε το πρόβλημα. Ένα πρόβλημα που ταλάνισε τον ελληνισμό για πενήντα χρόνια. Έχουν τώρα δημιουργηθεί οι συνθήκες για να ξεπεραστεί η τελευταία θλιβερή εκκρεμότητα που απέμεινε στην Ευρώπη μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου.

Ακούστηκε η πρόταση να απορρίψουμε εμείς το σχέδιο.

Όμως, η άρνηση θα ανέτρεπε μέσα σε μία ώρα τη βεβαιότητα, που επί είκοσι οκτώ χρόνια καλλιεργούμε στη διεθνή κοινότη­τα, ότι η στασιμότητα οφείλεται στην άρνηση και την αδιαλ­λαξία της άλλης πλευράς. Θα αποδυνάμωνε τη στρατηγική μας για την επίλυση του πολιτικού προβλήματος. Αυτή την κρίσιμη στιγμή δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε και να αποδυνα­ μώσουμε εμείς οι ίδιοι τη μακρόχρονη, σταθερή και ενιαία στρατηγική μας. Δεν αρνούμαστε προτάσεις πριν τις συζητήσουμε. Πριν επιχειρήσουμε να προχωρήσουμε με όχημα αυτές τις προτάσεις προς τον καθαρό στόχο της δίκαιης, βιώσιμης και λειτουργικής λύσης. Ο διάλογος αποτελεί πάγια αρχή στις διεθνείς σχέσεις, πάγια αρχή την οποία ασπαζόμαστε.

Σε Ελλάδα, σε Κύπρο, σε κυβέρνηση και αντιπολίτευση υπάρχουν επιφυλάξεις για συγκεκριμένες πτυχές του σχεδίου. Το σχέδιο λύσης δεν είναι η λύση. Η κυπριακή ηγεσία απο­ φάσισε ότι το σχέδιο του Γενικού Γραμματέα αποτελεί βάση διαπραγμάτευσης, που μπορεί να οδηγήσει σε βιώσιμη, δίκαιη και λειτουργική λύση. Στηρίζουμε τις αποφάσεις της κυπριακής ηγεσίας και συμφωνούμε με αυτή την απόφαση. Έχουμε την ευκαιρία για μια εποικοδομητική διαπραγμάτευση. Ούτε πανηγυρίζουμε, ούτε γυρίζουμε την πλάτη στα προτεινόμενα. Η στιγμή είναι κρίσιμη. Είναι διαφορετική από άλλες των προηγούμενων τριάντα ετών. Γιατί υπάρχει η βούληση της διεθνούς κοινότητας, του ΟΗΕ, να λύσει το θέμα, και περιμένει από τους πρωταγωνιστές τη συμβολή τους. Όποιος ισχυρίζεται ότι η σημερινή συγκυρία δεν παρουσιάζει κάτι ιδιαίτερο, διαστρεβλώνει την πραγματικότητα. Είναι λοιπόν η ωρίμανση και η εκπλήρωση της δικής μας εθνικής στρατηγικής ο παράγοντας που μας καλεί σε κινητοποίηση.

Υπάρχουν και ορισμένοι στον τόπο μας που υποστηρίζουν ότι η «μη λύση» είναι καλύτερη από τη λύση. Θεωρούν ότι και τις επόμενες δεκαετίες θα επικρατεί στο νησί η ίδια κατάσταση με σήμερα. Αυτό δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο. Σε περίπτωση αδιεξόδου για το οποίο θα έχει την ευθύνη η ελληνοκυπριακή πλευρά είναι πιθανό η διεθνής κοινότητα να μεταβάλει στάση. Να αδιαφορήσει για τη συνέχεια. Για ένα νέο εποικισμό. Για την τήρηση του εμπάργκο και της απομόνωσης της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Για κινήσεις διεθνούς νομιμοποίησης της κατοχής και της διχοτόμησης. Εμείς οφεί­λουμε να συνεργαζόμαστε με τη διεθνή κοινότητα και να έχουμε τη στήριξή της.

Δεν διαπραγματευόμαστε για να οδηγήσουμε σε αδιέξοδο τη διαπραγμάτευση. Διαπραγματευόμαστε για να βελτιώσουμε το σχέδιο Ανάν και να λύσουμε έτσι το Κυπριακό. Δεν αποδεχόμαστε τη σκέψη: ας εξασφαλίσουμε την ένταξη και μετά ξεχνάμε τη λύση. Η σκέψη αυτή παραβλέπει όχι μόνο ότι η ενταγμένη αλλά η διαιρεμένη Κύπρος θα βαρύνεται με το πολιτικό πρόβλημα, το οποίο θα παρεμποδίζει την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων της ένταξης. Παραβλέπει κυρίως ότι για να έχουμε την αναγκαία συνεχή συμπαράσταση της διεθνούς κοινότητας στην αντιμετώπιση των όποιων θεμάτων μας πρέπει η άρνηση ή η θέση μας σε κάθε περίπτωση να είναι πειστική, να ενισχύει την πεποίθηση των τρίτων για την καλή πίστη μας και την υπεύθυνη αντιμετώπιση των προβλημάτων από μας.

Η ως σήμερα μη τήρηση του χρονοδιαγράμματος με ευθύνη της Τουρκίας και της τουρκοκυπριακής πλευράς δεν μπορεί να αποδυναμώσει την προσπάθεια της ένταξης. Η ένταξη δεν απαιτεί την επίλυση του πολιτικού προβλήματος. Η υπογραφή της ένταξης προωθεί την προσπάθεια της επίλυσης με την ίδια δυναμική, που ως σήμερα την προωθείη προοπτική της ένταξης. Γι ’αυτό και η δυναμική θα διατηρηθεί και μετά την Κοπεγχάγη.

Σήμερα το ιστορικό δίλημμα «λύση ή μη λύση» είναι πιεστικό για την Τουρκία και τους Τουρκοκυπρίους. Συνδέεται με το στρατηγικό δίλημμα της Τουρκίας αν θ’ αποφασίσει να ενταχθεί στη διεθνή κοινότητα, και την ευρωπαϊκή προοπτική της με σύγχρονους όρους διεθνούς δικαίου και λειτουργίας του διεθνούς συστήματος. Αν θα δεχθεί να διανύσει την από­ σταση που τη χωρίζει από την αρχική της θέση -λύση δόθηκε το ’74- μέχρι την τελική λύση στο πλαίσιο του σχεδίου Ανάν. Αν θα αποδεχθεί και θα προτάξει την ευημερία, τις καλύτερες μέρες του τουρκοκυπριακού λαού σε μια προοπτική ένταξης με λύση. Ή θα επιμείνει σε ξεπερασμένες γεωστρατηγικές σκοπιμότητες μιας μη λύσης, που θα την πληρώσουν κυρίως οι κάτοικοι του βόρειου τμήματος της νήσου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση με το Ελσίνκι, την εταιρική σχέση, την υποψηφιότητα ένταξης της Τουρκίας υπογραμμίζει την υποχρέωση η Τουρκία να συμβάλει σε λύση στην Κύπρο. Οι αποφάσεις της Ένωσης είναι κατηγορηματικές.

Η πράσινη γραμμή στη Λευκωσία χωρίζει την Άγκυρα από τις Βρυξέλλες. Η πράσινη γραμμή δεν εξυπηρετεί τώρα τα συμ­φέροντα της Τουρκίας. Και η πράσινη γραμμή δεν καταργείται με λόγια και ελιγμούς. Καταργείται με πράξεις.

Και το ίδιο ισχύει για την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Η λύση του Κυπριακού σηματοδοτεί την έξοδο των Τουρκοκυπρίων από την υπανάπτυξη, τον απεγκλωβισμό τους από ένα αυταρχικό καθεστώς. Η κατακλυσμιαία αλλαγή, που η ένταξη θα επιφέρει σε μια ενιαία Κύπρο, κατοχυρώνει απόλυτα τα δημοκρατικά και τα ανθρώπινα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων. Σε κάθε πολιτεία ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα είναι εγγυημένος και αυτονόητος. Είναι επίσης βέβαιο ότι η πολιτική λύση θα οδηγήσει στην οικονομική στήριξη της τουρκοκυπριακής πλευράς από την Ένωση. Τα οφέλη των Τουρκοκυπρίων από τη λύση, στην προοπτική της ειρήνης, της ανάπτυξης και της ευημερίας, θα είναι σημαντικά.

Σ’ αυτή την κρίσιμη φάση πρέπει εμείς οι Έλληνες να βαδί­ζουμε ενωμένοι. Να μην παρασυρθούμε στην παγίδα των κομ­ματικών αντιπαραθέσεων ή της εκμετάλλευσης δυνατοτήτων προσωπικής προβολής που παρέχουν τα μέσα μαζικής ενημέ­ρωσης. Μπορούμε και πρέπει να έχουμε μια κοινή θέληση ισχυρή, κοινή θέληση ανεπηρέαστη από προσωπικές ή κομματικές σκοπιμότητες. Αυτό ενισχύει τη θέση της χώρας. Η άποψη ότι μια έντονη αντιπαράθεση στο εσωτερικό ενισχύει τη διαπραγ­ματευτική θέση της κυβέρνησης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι σε υψηλούς τόνους καταγγελίες και αρνήσεις δημιουργούν καχυποψία και δίνουν επιχειρήματα σε όσους στο εξωτερικό θέλουν να αμφισβητούν τις απόψεις που εκφράζουμε. Θα αγγίξουμε το μέγιστο των δυνατοτήτων μας αν βαδίσουμε στο δρόμο της ομοψυχίας και της ενότητας. Αν δώσουμε το μήνυμα ότι η προσπάθειά μας εκφράζει μια πολύ μεγάλη πλειοψηφία. Οι μέχρι τώρα συνεννοήσεις με τα κόμματα και τις προσωπικότητες έδειξαν ότι υπάρχει κοινή θέληση των περισσοτέρων. Αυτό είναι ένα πολύτιμο κεφάλαιο. Να το διαφυλάξουμε.

Τον πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις έχει η ελληνοκυ­πριακή πλευρά, η κυπριακή ηγεσία. Θα τους στηρίξουμε. Θα έχουν τη συμπαράσταση και την αλληλεγγύη μας. Ο κυπριακός λαός θα επιλέξει με ποια λύση θέλει να ζήσει. Αυτός θα πάρει την τελική απόφαση, αν και όταν καταλήξει η διαπραγμάτευση.

Το ΠΑΣΟΚ έχει έναν κεντρικό και κυρίαρχο ιδεολογικό πυρή­να. Πιστεύουμε πως την Ελλάδα την κάνουν οι Έλληνες ισχυρή. Πως το πεπρωμένο βρίσκεται στα δικά μας χέρια. Είμαι και πρέπει να είμαστε ενάντια στην ιδεολογία της περιχαράκωσης. Δεν συμβιβάζομαι και δεν πρέπει κανείς να συμβιβάζεται με τα βολικά και διαβρωτικά ιδεολογήματα περί «μικρής κι αδι­κημένης» χώρας, που την εκμεταλλεύονται αόρατες δυνάμεις, που άγεται και φέρεται παρά τη θέλησή της.
Εκείνο που διαπερνά και σφραγίζει ολόκληρη τη διαδρομή του ΠΑΣΟΚ είναι ο σταθερός κι ακλόνητος στόχος μας να συσπειρώνουμε σε ένα ενιαίο Κίνημα όλες τις κοινωνικές δυ­νάμεις που πιστεύουν ότι η Ελλάδα μπορεί να αλλάζει. Μπορεί να είναι ανεξάρτητη. Μπορεί να είναι ισχυρή. Ότι δεν ται­ριάζει στους Έλληνες η βολική αυταπάτη ότι είμαστε άβουλοι παρατηρητές όσων συμβαίνουν γύρω μας.

Δεν υπάρχει τόπος για βολικές αυταπάτες. Κανείς δεν ενδιαφέρεται να μας βοηθήσει ούτε και να μας καταστρέφει. Αγωνίζομαι και αγωνιζόμαστε για μια Ελλάδα που δεν έχει ανάγκη από φαντάσματα, από δικαιολογίες και προσχήματα. Μια Ελλάδα που διώχνει από πάνω της το φόβο για το αύριο, την καχυποψία για τον κόσμο, τη μεμψιμοιρία και τα συμπλέγματα κατωτερότητας. Ιδεοληψίες, που γεννήθηκαν από τραύματα του χτες, είναι κενό γράμμα σήμερα. Η νέα γενιά δεν τις γνώρισε, δεν τις έζησε. δεν τις έχει ανάγκη για να πάει μπροστά, δεν τις χρειάζεται για να οδηγήσει τη χώρα στο μέλλον. Αυτή είναι η πιο ουσιαστική προσφορά της Μεταπολίτευσης στον τόπο. Εμείς ξεκινήσαμε τη βαθιά αλλαγή της χώρας, την απαλλαγή από σύνδρομα του παρελθόντος. Στο βαθμό που τα καταφέραμε, σημειώσαμε πρόοδο. Όμως, δεν έχουμε ολοκληρώσει αυτό το έργο. Στο βαθμό που θα ξεφύγουμε από ιδεοληψίες εξάρτησης, θα ενισχύσουμε την πίστη μας στις δικές μας δυνάμεις να λύνουμε προβλήματα, θα επιταχύνουμε την πρόοδο σε όλους τους τομείς, θα αλλάξουμε οριστικά τη χώρα. Και θα το πετύχουμε. Η Ελλάδα δεν θα μείνει πίσω, δεν θα γυρίσει ποτέ πίσω.

 

Από το βιβλίο «Στόχοι, στρατηγική, προοπτικές» (σσ. 299-305, εκδ. Πόλις, 2007)