Η Απόρριψη του Σχεδίου Ανάν

Με καμιά έννοια δεν θεωρούσα το σχέδιο Ανάν ως την ιδανική λύση. Το σχέδιο λάβαινε όμως υπόψη του μια σειρά πραγματικότητες που είχε επιβάλει η ιστορία. Πρότεινε μια λύση βαθμιαίας επανασύνδεσης δύο λαών που είχαν ζήσει πολλά χρόνια με εχθρικές σχέσεις και έπρεπε πια να ξεπεράσουν την αντιπαλότητά τους. Αποτελούσε, τέλος, τη συνιστώσα των εξελίξεων στις κυπριακές διαπραγματεύσεις που είχε αποδεχθεί η ελληνοκυπριακή πλευρά. Δημιουργούσε πράγματι μια διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία και απέρριπτε την τουρκική επιδίωξη της συνομοσπονδίας, δηλαδή τη δημιουργία δύο χωριστών κρατών με διεθνή προσωπικότητα και χαλαρή σύνδεση μεταξύ τους, που οποτεδήποτε μπορούσε να τερματιστεί. Εκτιμούσα ότι αποτελούσε έναν ικανοποιητικό συμβιβασμό, αρκεί η δημιουργούμενη κρατική δομή να εξασφάλιζε τη γρήγορη λήψη των αναγκαίων αποφάσεων και να απέφευγε την εμπλοκή των δύο κοινοτήτων σε μια ατέρμονη διελκυστίνδα. Οι διαφορές των δύο κοινοτήτων θα εξομαλύνονταν, αν υπήρχε εμπιστοσύνη στο μέλλον του νησιού και αν η κυπριακή οικονομία συνέχιζε να αναπτύσσεται με υψηλούς ρυθμούς. Γι’ αυτό και επέμενα να επισημανθούν τυχόν δυσλειτουργίες του σχεδίου, ιδίως ως προς τη μελλοντική διαχείριση της οικονομίας, ώστε να αντιμετωπιστούν και να βελτιωθεί το σχέδιο Ανάν III (Χάγη).

Τέσσερα σημεία επισήμανε η ελληνική πλευρά ως αναγκαία:

1. Να υπάρξει συνολική καταγραφή, τεκμηρίωση και αποτίμηση των απαιτούμενων βελτιώσεων του σχεδίου Ανάν. Η ομάδα εργασίας που είχε συστήσει η ελληνική κυβέρνηση είχε, στο μέτρο του δυνατού, προχωρήσει αυτή την εργασία. Ιδίως όμως η κυπριακή κυβέρνηση θα έπρεπε να κάνει τις σχετικές ιεραρχήσεις και να λάβει τις σχετικές αποφάσεις.

2. Να γίνει έγκαιρα γνωστή η άποψη της κυπριακής κυβέρνησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τον ΟΗΕ και στις άλλες χώρες που επηρέαζαν τις εξελίξεις (ΗΠΑ, Μ. Βρετανία κλπ.), ώστε να προετοιμαστούν και να στηρίξουν τις θέσεις μας.

3. Να αρχίσει η ενημέρωση της διεθνούς κοινότητας και ιδίως της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Κυπριακή Δημοκρατία, που ήταν πια μέλος της Ε.Ε. Να επισημανθεί έγκαιρα και με συγκεκριμένο τρόπο τι απαιτείται για να είναι η λύση περισσότερο λειτουργική.

4. Να εξασφαλιστεί η ενεργός συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού. Η παρουσία της στις διαπραγματεύσεις θα ενίσχυε τη λειτουργικότητα της λύσης και τον περιορισμό των αποκλίσεων από το κοινοτικό κεκτημένο.

Ένα ακόμα σημείο που έπρεπε να ληφθεί υπόψη: Ο παράγοντας χρόνος ήταν ιδιαίτερα κρίσιμος. Άποψή μας ήταν ότι όλα αυτά έπρεπε να γίνουν το ταχύτερο δυνατό. Γι’ αυτό και τονίσαμε στην κυπριακή πλευρά ότι δεν υπήρχε άνεση χρόνου, ότι έπρεπε να αξιοποιήσουμε τη συγκυρία, διότι η τουρκική πλευρά ήταν απούσα και τα δικά μας ερείσματα ισχυρότερα από ποτέ. Και ακόμα, ότι θα γίνουν οπωσδήποτε νέες διαπραγματεύσεις πριν από την 1.5.2004, ημερομηνία κατά την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία θα γινόταν και τυπικά μέλος της Ε.Ε. Η Τουρκία θα επιδίωκε τις διαπραγματεύσεις είτε για να βρεθεί λύση, και πάντως για να μη φέρει αυτή την ευθύνη του αδιεξόδου. Θα επιδίωκε με κάθε τρόπο να επιμεριστεί η ευθύνη μεταξύ των δύο πλευρών ή, ακόμα καλύτερα, να βαρύνει αποκλειστικά την ελληνοκυπριακή πλευρά. Αν το πετύχαινε, το Κυπριακό δεν θα αποτελούσε πλέον εμπόδιο για την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων μεταξύ Τουρκίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για εμάς ήταν ξεκάθαρο: η Τουρκία, μπροστά στον κίνδυνο να χάσει την ενταξιακή της προοπτική, θα αναγκαζόταν να αλλάξει την πολιτική της στο Κυπριακό. Δεν είχε άλλη επιλογή από το να εγκαταλείψει την πολιτική του ότι «το κυπριακό λύθηκε το 1974» και να αποδεχτεί αυτό το οποίο απέρριπτε έκτοτε, την επίλυση βάσει των ψηφισμάτων του ΟΗΕ. Γι’ αυτό έπρεπε να κινηθούμε γρήγορα και αποφασιστικά, ώστε να μην προλάβει να βγει από το αδιέξοδο, στο οποίο την είχαμε εγκλωβίσει και να πετύχουμε τις μεγαλύτερες δυνατές βελτιώσεις.

Η ελληνοκυπριακή ηγεσία ήταν όμως της άποψης ότι δεν θα έπρεπε να παρουσιάσουμε από πριν τις θέσεις μας, αλλά μόνο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ο κ. Παπαδόπουλος δεν θεώρησε σκόπιμο έναν ευρύτερο κύκλο επισκέψεών του στις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συναντήθηκε όμως με τον επίτροπο κ. Φερχόυγκεν και συμφώνησε μια στενότερη συνεργασία μαζί του, η οποία μάλλον δεν πραγματοποιήθηκε. Η ελληνική πλευρά πάντως δεν είχε ποτέ συγκεκριμένη πληροφόρηση. Οι θέσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς έμειναν έτσι ασαφείς, και τα θέματα της λειτουργικότητας αλλά και της διαχείρισης της οικονομίας δεν αποσαφηνίστηκαν στον ΟΗΕ και στην Ε.Ε.

Προς τα τέλη φθινοπώρου του 2003 ο κ. Ερντογάν πραγματοποίησε σειρά επισκέψεων σε διάφορες χώρες για να παρουσιάσει τις απόψεις της τουρκικής κυβέρνησης και να διαφοροποιηθεί από τις θέσεις του κ. Ντενκτάς. Η διπλωματική του προσπάθεια άρχισε έτσι να δημιουργεί ευνοϊκό κλίμα για την Τουρκία. Οι εκλογές στα κατεχόμενα στις 14.12.2003 οδήγησαν στη σημαντική ενίσχυση των τουρκοκυπριακών κομμάτων, τα οποία επιδίωκαν μια λύση με βάση το σχέδιο Ανάν. Ο πρόεδρος κ. Παπαδόπουλος ζήτησε τότε με επιστολή του στις 19.12.2003 από τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ την ανάληψη πρωτοβουλίας για επανέναρξη των συνομιλιών, επαναλαμβάνοντας την ετοιμότητα της ελληνοκυπριακής πλευράς να συμμετάσχει σ’ αυτές. Η ελληνική κυβέρνηση χαιρέτισε την κίνηση αυτή. Πράγματι, θα ήταν λάθος η ελληνοκυπριακή πλευρά να εμφανίζεται ότι σύρεται σε διαπραγματεύσεις. Άλλωστε η πρωτοβουλία θα εκδηλωνόταν ούτως ή άλλως. Η ελληνική κυβέρνηση σημείωσε όμως ότι η κίνηση αυτή προϋπέθετε να γίνουν αμέσως τα όσα δεν είχαν γίνει μέχρι τότε, δηλαδή η εξειδίκευση και ιεράρχηση των αιτημάτων σε έναν οδηγό διαπραγμάτευσης και η πίεση προς όλους τους ενδιαφερομένους, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, να ενισχύσουν αυτά τα αιτήματα.

Η επιστολή αυτή του κ. Παπαδόπουλου οδήγησε στη διαδικασία της Νέας Υόρκης, αφού ο Γενικός Γραμματέας σωστά τη θεώρησε ως μια δέσμευση για έναν νέο γύρο διαπραγματεύσεων.

Η συνάντηση της Νέας Υόρκης στις 12-14 Φεβρουάριου 2004 είχε ένα και μόνο αντικείμενο. Την αποδοχή από τα άμεσα εμπλεκόμενα μέρη μιας δεσμευτικής διαδικασίας λύσης. Κεντρικό σημείο της ήταν η εξουσιοδότηση προς τον Γενικό Γραμματέα να συνθέσει ένα δεσμευτικό για όλους τελικό σχέδιο συμφωνίας, ιδίως για την Τουρκία που αρνούνταν μέχρι τότε να δεσμευτεί. Το σχέδιο θα υποβαλλόταν σε δημοψήφισμα. Η ελληνοκυπριακή ηγεσία αποδέχτηκε, μετά από αντιρρήσεις, αυτή την εξουσιοδότηση. Φοβόταν αυθαίρετη χρήση της. Όμως μέχρι εκείνη τη στιγμή η αναζήτηση λύσης του Κυπριακού είχε βασιστεί σε πρωτοβουλίες και αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα, ο οποίος, διαβουλευόμενος με τις δύο πλευρές και αξιολογώντας τις αντιδράσεις τους, διαμόρφωνε το σχέδιο. Αυτή άλλωστε η ευχέρεια του Γενικού Γραμματέα να προτείνει και να συνθέτει βοήθησε να ξεπεραστούν οι χρόνιες και επίμονες τουρκοκυπριακές αντιρρήσεις. Το σύνολο του σχεδίου λύσης υπήρξε άλλωστε προϊόν αυτής της διαδικασίας. Άλλος δρόμος δεν υπήρχε.

Στη Νέα Υόρκη σημειώθηκε η στροφή της τουρκικής πολιτικής, την οποία εμείς αναμέναμε. Για πρώτη φορά, η Άγκυρα αποδέχτηκε ρητά το σχέδιο του Γενικού Γραμματέα ως βάση για την επίλυση του Κυπριακού. Αποδέχτηκε την ομοσπονδιακή λύση, εγκαταλείποντας την πολιτική της διχοτόμησης με δημιουργία δύο ανεξάρτητων κρατών. Αποδέχτηκε, τέλος, ότι θα σεβαστεί το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, το οποίο από τουρκοκυπριακής πλευράς θα ήταν σίγουρα θετικό.

Στη Νέα Υόρκη ο πρόεδρος κ. Παπαδόπουλος αποδέχτηκε την παραλλαγή της πρότασης του Γενικού Γραμματέα που πρότεινε ο κ. Ντενκτάς, η διαπραγμάτευση να γίνει με άμεση συμμετοχή Ελλάδας και Τουρκίας που θα είχε υποστηρικτικό χαρακτήρα. Στη συνέχεια δε ο κ. Παπαδόπουλος εξήγησε στην ελληνική κυβέρνηση ότι ο ίδιος και τα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου στη Νέα Υόρκη αποδέχτηκαν τη διαδικασία, διότι δεν ήθελαν να αναλάβουν την ευθύνη του ναυαγίου της. Τόσο η ελληνική κυβέρνηση όσο και η Νέα Δημοκρατία υποστήριξαν αυτή την απόφασή του. Ο Γενικός Γραμματέας, μετά από πρόταση της ελληνοκυπριακής αλλά και της ελληνικής πλευράς, δέχτηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να είναι παρούσα στη διαδικασία που θα ακολουθούσε.

Μετά τη Νέα Υόρκη η τουρκική πλευρά είχε βρεθεί σ’ ένα δρόμο χωρίς επιστροφή: δεν μπορούσε πλέον να υπαναχωρήσει και να εμποδίσει την επίλυση του Κυπριακού. Διότι μια τέτοια υπαναχώρηση θα ήταν καταστροφική για την ευρωπαϊκή της πορεία. Μόνη της δυνατότητα ήταν πλέον να μετάσχει ενεργά στις διαπραγματεύσεις και να εμφανίσει το όποιο αποτέλεσμα ως θετικό για αυτήν.

Στην τελευταία φάση της διαδικασίας (στη Λευκωσία από τις 19.2.2004 και στη Λουκέρνη από τις 24.3.2004) τα θέματα που έθετε η ελληνοκυπριακή πλευρά ήταν εκτεταμένα, χωρίς πάντα να διευκρινίζονται με σαφή τρόπο. Εκτός αυτού, έθετε θέματα που δεν μπορούσαν ουσιαστικά να είναι αντικείμενο όποιας διαπραγμάτευσης σε σχέση με το σχέδιο Ανάν, όπως ο κίνδυνος υπαναχώρησης μελλοντικά της Τουρκίας από τα συμφωνημένα. Τέτοια θέματα λύνονται με τη δημιουργία συσχετισμών και πραγματικών συνθηκών, που αποκλείουν αρνητικές εξελίξεις. Η εφαρμογή του σχεδίου Ανάν και η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυτόν ακριβώς το στόχο εξυπηρετούσαν, δηλαδή τη δημιουργία συνθηκών που δεν θα επέτρεπαν στην Τουρκία να υπαναχωρήσει.

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας περιορίστηκε στη Λουκέρνη στο να «συμπαρασταθεί» στην κυπριακή κυβέρνηση, επιλέγοντας στάση θεατή. Μια τέτοια στάση όμως είναι ατελέσφορη σε μία διαπραγμάτευση. Η περαιτέρω βελτίωση του σχεδίου Ανάν προς την επιθυμητή κατεύθυνση προϋπέθετε ενεργό παρουσία και αποφασιστικότητα για μια ουσιαστική διαπραγμάτευση. Οι συνομιλητές έπρεπε να πάρουν το μήνυμα ότι χρειάζονται συγκεκριμένες βελτιώσεις για να υποστηριχθεί το αποτέλεσμα. Ένα τέτοιο μήνυμα από την Ελλάδα, που μετά την ελληνική προεδρία είχε κατακτήσει μια θέση κύρους, είχε ιδιαίτερη σημασία. Η υπενθύμιση από την ελληνική πλευρά ότι υπεύθυνος για τη διαπραγμάτευση είναι μόνο ο ελληνοκύπριος πρόεδρος έδινε το αντίθετο ακριβώς σήμα, ότι η ελληνική κυβέρνηση θα παρέμενε επί της ουσίας αμέτοχη. Ο πρόεδρος κ. Παπαδόπουλος χειρίστηκε κατόπιν αυτού την όλη διαδικασία χωρίς ουσιαστικές διαβουλεύσεις με την ελληνική Κυβέρνηση.

Στη συνέχεια πολλές από τις προτάσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς έγιναν δεκτές από τον κ. Ανάν. Κάθε νέα εκδοχή του σχεδίου ήταν έτσι καλύτερη από την προηγούμενη. Και το σχέδιο Ανάν V όπως διαμορφώθηκε στη Λουκέρνη, περιείχε πρόσθετες διατυπώσεις, που ανταποκρίνονταν στα αιτήματα της ελληνοκυπριακής ηγεσίας. Η ηγεσία της Κύπρου θεώρησε όμως το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης αρνητικό και άφησε την τουρκική πλευρά να κάνει αυτό για το οποίο ήταν ούτως ή άλλως αποφασισμένη, να θριαμβολογήσει γι’ αυτό που δήθεν πέτυχε. Δημιουργήθηκε έτσι η εντύπωση ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά και η Ελλάδα ηττήθηκαν, με αποτέλεσμα να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για την αρνητική έκβαση του δημοψηφίσματος. Από την άλλη οι αμφιβολίες, οι δισταγμοί και οι επιφυλάξεις της ελληνικής κυβέρνησης δημιούργησαν την εντύπωση ότι η στάση της είναι ουσιαστικά αρνητική απέναντι στο σχέδιο Ανάν. Με το χλωμό «ναι» που υποστήριξε, όταν αντιλήφθηκε τον κίνδυνο της διεθνούς απομόνωσης και της απαλλαγής της Τουρκίας από τις υποχρεώσεις της στην Κύπρο, δήλωνε απλώς την αμφιθυμία της.

Στο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004 η ελληνοκυπριακή κοινότητα καταψήφισε με ποσοστό 75,83% το σχέδιο Ανάν, ενώ η τουρκοκυπριακή το έκανε δεκτό με ποσοστό 65%. Η έκβαση αυτή ανέτρεπε τη μέχρι τότε εικόνα της διεθνούς κοινότητας για τους πρωταγωνιστές του Κυπριακού. Η έκθεση του Γενικού Γραμματέα προς το Συμβούλιο Ασφαλείας της 2ας Ιουνίου ήταν αρνητική για την κυπριακή κυβέρνηση. Η Τουρκία είχε πετύχει την απενοχοποίησή της για τη διχοτόμηση. Εκτός αυτού η διεθνής κοινότητα θεώρησε και την ελληνική πλευρά υπεύθυνη, γιατί δεν εργάστηκε για την αποδοχή του, όπως, αντίθετα, έκανε, κατά τους τρίτους, η τουρκική πλευρά.

Με τη στρατηγική που είχε ακολουθήσει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ η Ελλάδα ανάγκασε την Τουρκία να αποδεχτεί την ανατροπή των τετελεσμένων του 1974. Κατ’ αρχάς δέχτηκε την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. για την οποία απειλούσε με αντιδράσεις χωρίς όρια. Συμφώνησε επίσης στη λύση του Κυπριακού με την επανένωση του νησιού σε ομοσπονδιακή βάση. Ας μην ξεχνάμε ότι μέχρι και το 2003 η Τουρκία απέρριπτε το σχέδιο Ανάν, υποστηρίζοντας ότι το Κυπριακό λύθηκε το 1974 με την εισβολή στην Κύπρο και τη δημιουργία δύο κρατών. Με την πολιτική που ακολούθησε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ κατάφερε να ανατρέψει άρδην μια κατάσταση που είχε εδραιωθεί και που επί δεκαετίες φαινόταν μη αναστρέψιμη. Η αξιοποίηση αυτής της ανατροπής ήταν, και είναι ακόμη, στα χέρια του κυπριακού λαού.

Από το βιβλίο «Πολιτική για μια δημιουργική Ελλάδα 1996-2004 (σσ. 117-124, εκδ. ΠΟΛΙΣ, 2005)