Ο Εθνοκεντρισμός

Το 1992, με αφορμή τις αντιδράσεις για το Σκοπιανό, είχα αναφέρει ότι «άνεμος εθνικιστικού λαϊκισμού πνέει στη χώρα». Φόβοι και μεγαλοϊδεατισμός συνυπάρχουν. Οι Έλληνες ανησυχούν. «Τα σύνορά μας απειλούνται», «Οι μεγάλες δυνάμεις συνωμοτούν εναντίον μας». Παρ’ όλα αυτά πολλοί θέλουν «να διεκδικήσουμε εδάφη και ζώνες επιρροής». Όλα αυτά βέβαια δεν ταιριάζουν σ’ ένα σοσιαλιστικό κόμμα, το οποίο πρέπει να αντιπαρατίθεται σταθερά στον εθνοκεντρισμό. Αυτό και προσπάθησα σε όλη τη διάρκεια της οκταετίας.

Ο εθνοκεντρισμός εμφανίζεται με διάφορες μορφές, ως φόβος απέναντι σε ξένες επιδράσεις, ως άμυνα απέναντι σε ξένες αποσταθεροποιητικές παρεμβάσεις, ως ανάγκη να επιβάλλουμε εμείς τους όρους μας, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στις ΗΠΑ, στα Βαλκάνια και την Τουρκία. Εκδηλώνεται με επισημάνσεις των «εξωτερικών απειλών», των μεγάλων κινδύνων που διατρέχει η χώρα να χάσει την ταυτότητα και τις παραδόσεις της, με εκκλήσεις να επιστρέφουμε στο παρελθόν και στην παράδοση, με καλλιέργεια του απομονωτισμού και με καταγγελία της υποχωρητικότητας και των συνωμοσιών.Ο εθνοκεντρισμός εμπόδισε να λυθεί το 1992 συμβιβαστικά το θέμα των Σκοπιών. Ο εθνοκεντρισμός κατηύθυνε εκείνους που έφεραν τον Οτσαλάν στην Ελλάδα, παρά τις αντίθετες εντολές της ελληνικής κυβέρνησης. O εθνοκεντρισμός κυριαρχεί σε κηρύγματα μερίδας της εκκλησίας που επιθυμεί η χώρα να «γυρίσει ολοταχώς πίσω».

Η αλαζονεία όλων εκείνων που πιστεύουν ότι εμείς κατέ- χουμε την αλήθεια και μπορούμε να αδιαφορήσουμε για τους άλλους λαούς δεν είναι παρά έκφραση ημιμάθειας και ανασφάλειας απέναντι στο καινούργιο. Προέρχεται από δυσπιστία απέναντι στο διαφορετικό και μερικές φορές από ιδιοτέλεια. Στην κοινωνία μας, όπως και σε άλλες κοινωνίες άλλωστε, υπάρχουν δυνάμεις αλλά και θεσμοί που δεν επιθυμούν να ακολουθήσουμε το βηματισμό των αλλαγών του περιβάλλοντος μας, κι αυτό διότι έτσι χάνουν τα προνόμιά τους ή τους μηχανισμούς εξουσίας τους. Μπροστά στη νέα εποχή που τους απειλεί, αμύνονται και αντιδρούν.

Δεν υπάρχει χώρα στον κόσμο που να μπορεί να ζήσει σε καθεστώς πλήρους αυτονομίας. Το διεθνές περιβάλλον, ιδίως όσον αφορά την Ελλάδα, παίζει καθοριστικό ρόλο στις εσω- τερικές εξελίξεις. Η οικονομία μας, για παράδειγμα, είτε το θέλουμε είτε όχι, επηρεάζεται από τις αποφάσεις που λαμβάνονται στα διεθνή κέντρα και στις διεθνείς αγορές, από τις τιμές του πετρελαίου, τη σχέση του ευρώ προς το δολάριο, τις αποφάσεις του Διεθνούς Οργανισμού Εμπορίου, τις διακυμάνσεις στις διεθνείς κεφαλαιαγορές κ.ά. Είναι λοιπόν στρουθοκαμηλισμός να ισχυριζόμαστε ότι μπορούμε να επιβάλουμε τους όρους μας αρκεί να το θελήσουμε. Ο αναγκαίος ρυθμός εξέλιξης επιβάλλεται από τις ανταγωνιστικές χώρες, δεν επιλέγεται από μας. Η άρνηση να προσαρμοστούμε, δεν διατηρεί τα κεκτημένα, απλώς χειροτερεύει την κατάσταση.

Ένα σοσιαλιστικό κόμμα δεν μπορεί να ανέχεται ή να καλλιεργεί τον εθνοκεντρισμό, γιατί τότε παρασύρεται να απαντά με αποκλειστικά «εθνικό» τρόπο για προβλήματα που δεν έχουν μόνο «εθνική» διάσταση και να χρησιμοποιεί μέσα περιορισμένης εμβέλειας ή και αδιέξοδες πολιτικές. Οφείλει, αντίθετα, να συνδέει το εθνικό με το διεθνικό και να ενεργεί με βάση μια συνολική θεώρηση της Ελλάδας μέσα στον διεθνή της περίγυρο. Σε όλη τη διάρκεια της οκταετίας η κυβέρνηση με την εξωτερική πολιτική της προσπάθησε να περιορίσει τις όποιες τάσεις εθνοκεντρισμού, αναδεικνύοντας τη σημασία της ευρωπαϊκής συνεργασίας. Προσπάθησε και ξεπέρασε τις εντάσεις που υπήρχαν με τους βόρειους γείτονές μας. Άλλαξε το κλίμα που επικρατούσε στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και επιδίωξε μια καλή σχέση με τις ΗΠΑ.

 

Από το βιβλίο «Πολιτική για μια δημιουργική Ελλάδα 1996-2004» (σσ. 527-528, εκδ. ΠΟΛΙΣ, 2005)