Οι κυβερνήσεις μας άλλαξαν ριζικά τους στόχους και τον τρόπο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής

Η Ελλάδα έπαψε στις μέρες μας να επικαλείται διαρκώς τις ιδιαιτερότητες της ή να παραπονιέται συνεχώς για τις «αδικίες» που υφίσταται από τους ισχυρούς, γεγονός που τροφοδοτούσε την εσωστρέφεια και την αμυντική ψυχολογική περιχαράκωση. Η Ελλάδα συμμετείχε ενεργά και εποικοδομητικά στις ευρωπαϊκές διαδικασίες ενοποίησης με άποψη και ενδιαφέρον για τη γενική πορεία. Ενέταξε τα ιδιαίτερα προβλήματά της μέσα στη γενική πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΝΑΤΟϊκών σχεδιασμών, έτσι ώστε να αποτελούν θέματα μιας ευρύτερης διαδικασίας επίλυσης διαφορών, και όχι απλές διμερείς συγκρούσεις δυσνόητες για τους τρίτους. Προέταξε τους διεθνείς κανόνες και το διεθνές δίκαιο ως πλαίσιο επιχειρηματολογίας των εθνικών μας θέσεων, χωρίς να ζητά από τρίτους να κρίνουν ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο, αλλά πώς μεταφράζεται στην συγκεκριμένη περίπτωση ο γενικός κανόνας, στον οποίο όλοι έχουν συναινέσει. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Με τις αποφάσεις του Ελσίνκι υποχρεώθηκε η Τουρκία να διευθετήσει τις όποιες διαφορές με τους γείτονές της, πριν από την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, σε περίπτωση δε που αυτό δεν συνέβαινε έπρεπε να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Πετύχαμε την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. ξεπερνώντας το εμπόδιο που αποτελούσε η επίλυση του πολιτικού προβλήματος. Επαναδραστηριοποιήσαμε τη διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού στον ΟΗΕ, η οποία είχε βαλτώσει, και την οδηγήσαμε μέχρι το σημείο όπου έπρεπε να ληφθούν οι τελικές αποφάσεις. Αποκτήσαμε πρωταγωνιστικό ρόλο στα Βαλκάνια, όπως αποδεικνύει η ειρηνευτική παρουσία των ενόπλων δυνάμεών μας σε περισσότερες χώρες.

Εργαστήκαμε ώστε η «Ελλάδα της ευρωπαϊκής περιφέρειας» να γίνει η «Ελλάδα του ευρωπαϊκού κέντρου». Η θέση της χώρας στον εσωτερικό πυρήνα της Ένωσης αποτυπώθηκε στη συμμετοχή της χώρας στη ζώνη του ενιαίου νομίσματος, του ευρώ, στη σύμπραξή της στις διαδικασίες για την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής άμυνας, στη συμμετοχή της στο χώρο Σέγκεν για την ελεύθερη διακίνηση προσώπων. Η Ελλάδα είναι ανάμεσα στις εννέα χώρες της Ένωσης που συμμετέχουν σε όλες τις διαδικασίες ενοποίησης χωρίς εξαιρέσεις ή αποκλίσεις.

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας εγκατέλειψε αυτή την εξωτερική πολιτική. Υιοθέτησε μια τελείως διαφορετική προσέγγιση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Κατ’ αυτήν, είναι πολύ προτιμότερος ένας χαλαρός χειρισμός, που επιτρέπει, όποτε έρθει η ώρα, να αξιοποιηθούν οι δυνατότητες της στιγμής, η πίεση προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, η προσφυγή στη διεθνή κοινότητα ή το βέτο. Αυτή η προσέγγιση της επιτρέπει να μην αντιταχθεί στον αγγλοατλαντικό συνασπισμό, που επιδιώκει την ομαλή και γρήγορη πρόοδο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας. Η αντίληψη της κυβέρνησης την οδήγησε στην εγκατάλειψη ενός βασικού άξονα της εξωτερικής πολιτικής της οκταετίας, την ένταξη των ελληνοτουρκικών θεμάτων στη διαδικασία ρύθμισης σχέσεων Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας. Ο χειρισμός αυτός κινδυνεύει να οδηγήσει σε νέες περιπέτειες με την Τουρκία, η οποία θα θελήσει να ξεκαθαρίσει σε διμερή πια βάση κάθε θέμα που θεωρεί ως εκκρεμότητα.

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ακολούθησε επίσης μια νέα κατεύθυνση στην ευρωπαϊκή πολιτική της χώρας. Προτίμησή της είναι μια «ευρωατλαντική» πολιτική, η αποστασιοποίησή της από τη Γερμανία και τη Γαλλία, τόσο ως προς τις ενοποιητικές τους προσπάθειες όσο και ως προς την επιδίωξη δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού πόλου στις διεθνείς σχέσεις. Επιλογή της είναι η συνεργασία με τις ευρωπαϊκές χώρες που επιδιώκουν μια κοινή στάση Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΗΠΑ, και ως εκ τούτου η αποδοχή της πολιτικής της χαλαρής διακυβερνητικής συνεργασίας. Όλα αυτά αποτελούν, κατά τη δική μας άποψη, μια πολιτική στασιμότητας.

 

Από το βιβλίο «Στόχοι, στρατηγική, προοπτικές» (σσ. 585-587, εκδ. ΠΟΛΙΣ, 2007)