Ένας χρόνος Μνημονίου: Αναζητώντας μια νέα λύση

Μετά τη Σύνοδο Κορυφής του Μαρτίου, επικράτησε στην Ένωση θετικό κλίμα για τις εξελίξεις. Αλλά το αίτημα της Πορτογαλίας, στις 11 Απριλίου, για χρηματοδοτική βοήθεια από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ, έδειξε ότι η αρνητική δυναμική της κρίσης συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση.

Το αγγλικό περιοδικό Economist ήταν ιδιαίτερα δηκτικό στα σχόλιά του για τα μέλλοντα να συμβούν. Έκρινε ότι η Σύνοδος υπήρξε «κάτι μεταξύ αποτυχίας και ανοησίας», «η συνάντηση στις Βρυξέλλες έκανε ελάχιστα όσον αφορά τη βοήθεια προς την Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία», «οι χώρες αυτές έχουν καταρρεύσει. Ας το δεχθούμε», «θα πρέπει να αναδιαρθρώσουν τα χρέη τους τώρα».

Η ήδη συζητούμενη αναδιάρθρωση έγινε έκτοτε το κύριο θέμα προβληματισμού για τους επόμενους μήνες. Οι τίτλοι των ελληνικών εφημερίδων ήταν χαρακτηριστικοί: «Ερίζουν στην Ευρωζώνη για το ενδεχόμενο της αναδιάρθρωσης του ελληνικούχρέους», «Αναδιάρθρωση: ναι ή όχι». Στην ελληνική κοινή γνώμη η αναδιάρθρωση παρουσιαζόταν ως ένα βήμα προς την καταστροφή , που θα έπρεπε οπωσδήποτε να αποφευχθεί.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα στρατόπεδα των οπαδών και των πολεμίων παρέμεναν σχεδόν αναλλοίωτα. Οι οικονομολόγοι, οι πανεπιστημιακοί αλλά και οι σχολιαστές των μεγάλων εφημερίδων επέμεναν ότι δεν υπήρχε άλλη διέξοδος από την αναδιάρθρωση. Κατ’ αυτούς, η επιλογή της πλήρους εξόφλησης των τραπεζών θα είχε ως αποτέλεσμα την επιβάρυνση των φορολογουμένων των χωρών που καλούνταν να βοηθήσουν με την αποπληρωμή του χρέους, δηλαδή θα «κοινωνικοποιούσε τις ζημίες των τραπεζών». Τούτο εθεωρείτο ανεπίτρεπτο, μια που η ευθύνη των επικίνδυνων χρηματοδοτήσεων θα έπρεπε να βαραίνει και τις τράπεζες οι οποίες τις αποφάσισαν, εισπράττοντας μάλιστα γι’ αυτές υψηλά επιτόκια. Η εμμονή στην επιβάρυνση των φορολογουμένων συνεπάγεται κοινωνική αναταραχή, εξαθλίωση και οικονομική υστέρηση. Η συμμετοχή των δανειστών στη ρύθμιση του χρέους είναι, λοιπόν, επιταγή λογικής, θα πρέπει όμως, για να αποφευχθεί μια επιβλαβής αντιπαράθεση, να επιδιωχθεί μια συναινετική ρύθμιση.

Στο ερώτημα μήπως η μείωση του επιτοκίου και η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής μετέβαλαν την κατάσταση σε βαθμό ώστε να αποτραπεί η ανάγκη αναδιάρθρωσης, η ίδια απάντηση επαναλαμβανόταν μονότονα: οι αλλαγές αυτές δεν μεταβάλλουν την αναλογία χρέους προς ΑΕΠ, και ένα χρέος της τάξεως του 150% του ΑΕΠ αποτελεί συντριπτικό βάρος. «Η Ελλάδα έχει κάνει βήματα, αλλά ακόμα και αν επετύγχανε μια γρήγορη ανάκαμψη, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρέπει να επιδιώξει μια αναδιάρθρωση».

Σταθερά αντίθετα στην αναδιάρθρωση ήταν το ΔΝΤ, η ΕΚΤ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θεωρούσαν ότι μια τέτοια ενέργεια θα μπορούσε να αποτρέψει τους Έλληνες να καταβάλουν όλες τις αναγκαίες προσπάθειες για να ξαναγίνει ανταγωνιστική η οικονομία τους. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Χέρμαν βαν Ρομπάι υποστήριζε επίμονα την άποψη ότι «οι κίνδυνοι από οποιουδήποτε είδους αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους είναι τέτοιοι που υπερβαίνουν κατά πολύ τα πιθανά οφέλη ». Η ελληνική κυβέρνηση, επίσης, ήταν της άποψης πως «δεν υπάρχει καμιά απολύτως πιθανότητα αναδιάρθρωσης του χρέους». Ως λύση προωθούσε πολυετή περίοδο χάριτος, με πληρωμή μόνο των τόκων και επιμήκυνση της αποπληρωμής των ομολόγων που κατείχαν οι ιδιώτες. Οι σχετικές συνεννοήσεις που πραγματοποιήθηκαν, κατά την ελληνική πλευρά, με «τις Βρυξέλλες», δεν απέδωσαν αποτέλεσμα.

Το περιοδικό Der Spiegel σημείωνε, λίγο πριν συμπληρωθεί ένας χρόνος από την απόφαση να χορηγηθεί δάνειο στην Ελλάδα, ότι «τα πράγματα πήγαν πολύ χειρότερα απ’ ό,τι περίμεναν οι χώρες της Ευρωζώνης». Ο γερμανός Υπουργός Οικονομικών, αλλά και άλλοι Υπουργοί, θεωρούσαν ουτοπική την πρόβλεψη του Μνημονίου, ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να δανεισθεί ξανά από τις αγορές το 2012. Ήταν φανερό ότι χρειάζονταν άλλες λύσεις, αλλά παρέμενε αβέβαιο ποιες.

Η χορήγηση νέων δανείων προς την Ελλάδα συναντούσε την έντονη αντίδραση της γερμανικής βουλής. Ένας από τους ειδικούς του κυβερνητικού συνασπισμού εξηγούσε: «Αν ακολουθήσουμε την εσφαλμένη λογική ότι πρέπει οπωσδήποτε να βοηθήσουμε, τότε θα αναγκασθούμε να παρέχουμε συνεχώς νέες χρηματοδοτήσεις».

Στις 23 Απριλίου 2011 συμπληρώθηκε ένας χρόνος από τότε που ο Πρωθυπουργός ανήγγειλε ότι θα «ζητήσουμε επισήμως από τους εταίρους μας την ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης» . Τους πρώτους μήνες εφαρμογής του Μνημονίου η κυβέρνηση, με την ψήφιση του νέου ασφαλιστικού νόμου και τις περικοπές μισθών στο Δημόσιο, έδειξε αποφασισμένη να προχωρήσει στην οικονομική προσαρμογή. Έναν χρόνο μετά, τον Μάιο του 2011, η εντύπωση που επικρατούσε, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό, ήταν ότι η έλλειψη συστηματικότητας, η ατολμία και οι παλινδρομήσεις είχαν παρεμποδίσει την περαιτέρω πρόοδο. Κατά την Ετήσια Έκθεση 2011 της Τράπεζας της Ελλάδος, «απαιτείτο ισχυρή επανεκτίμηση της προσπάθειας που θα καλύψει την υστέρηση. […] Δεν ελέγχθηκαν τα ελλείμματα κυρίως του ευρύτερου δημόσιου τομέα και οι μεταρρυθμίσεις που ψηφίστηκαν έμειναν στα χαρτιά». Σύμφωνα με την ειδησεογραφία, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρούσαν πια αδύνατη την επίτευξη του στόχου της επιστροφής της Ελλάδας στις αγορές το 2012, και επεξεργάζονταν ένα νέο εναλλακτικό σχέδιο. Ένας χρόνος λοιπόν είχε περάσει, αλλά η ανησυχία, η αβεβαιότητα και ο φόβος μιας αρνητικής εξέλιξης είχαν πολλαπλασιασθεί. Η ελπίδα για μια ομαλή πορεία σταθεροποίησης είχε διαψευσθεί.

Η σύγχυση για το τι έπρεπε να γίνει αποκορυφώθηκε με τη σύγκληση «μυστικής σύσκεψης» στο Λουξεμβούργο, στις 6 Μαΐου 2011. Συμμετείχαν η Ελλάδα και οι χώρες του Eurogroup με την υψηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση, δηλαδή εκείνες που ήταν σε θέση να συνεισφέρουν τα μεγαλύτερα ποσά στο πακέτο στήριξης. Τη σύσκεψη αυτή, παρά την πρόθεση να τηρηθεί κρυφή, πληροφορήθηκαν τα μέσα ενημέρωσης. Έθεσαν αμέσως το ερώτημα ποιος ο λόγος της μυστικότητας. Γεγονός είναι ότι η σύσκεψη συγκλήθηκε από τον πρόεδρο του Eurogroup, Πρωθυπουργό του Λουξεμβούργου, Ζαν-Κλωντ Γιούνκερ, ο οποίος και ζήτησε να μην ανακοινωθεί. Σύμφωνα με μια εκδοχή που δημοσιεύθηκε στον ελληνικό Τύπο, ο έλληνας Πρωθυπουργός παρακάλεσε τον πρόεδρο του Eurogroup να τη συγκαλέσει, διότι «πιέζεται για έξοδο από το ευρώ» και «τυχόν αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους θα είχε καταστροφικές συνέπειες».

Στην αρχή της συνάντησής τους οι ευρωπαίοι Υπουργοί πίεσαν τον έλληνα ομόλογό τους «να επιταχύνει τις μεταρρυθμίσεις και να ενισχύσει τα μέτρα λιτότητας». Ο γερμανός Υπουργός έθεσε το θέμα της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους και της συμμετοχής των ιδιωτών ομολογιούχων σ’ αυτήν. Η αντίδραση του προέδρου της ΕΚΤ ήταν έντονη. Ζήτησε να καταγραφεί στα πρακτικά ότι δεν συμφωνεί με τη συμμετοχή ιδιωτών σε μια νέα ρύθμιση του ελληνικού χρέους, και αποχώρησε από τη συζήτηση. Στη σύσκεψη εξετάσθηκαν και άλλες προτάσεις. Μία από αυτές ήταν να επιμηκυνθεί ο χρόνος εξόφλησης για τα ελληνικά ομόλογα, που έληγαν το 2012, σε εθελοντική βάση, ώστε να μπορέσει η Ελλάδα να διευκολυνθεί στην κάλυψη άλλων αναγκών. Άλλοι υποστήριξαν μια πιο εκτεταμένη μεταφορά των καταληκτικών ημερομηνιών σε επόμενα χρόνια. Αποφάσεις δεν πάρθηκαν.

Οι επικρίσεις υπήρξαν έντονες. Τα σχόλια συνέκλιναν στη διαπίστωση ότι η Ευρωζώνη αποδείχθηκε «πολιτικά ανίκανη να χειρισθεί μια κρίση η οποία τώρα πια είναι μεταδοτική». Τα αίτια της πορείας «από το κακό στο χειρότερο είναι ότι οι ηγέτες της δεν έχουν λύσει το θέμα της συνεργασίας τους, δεν θέλουν να αποδεχθούν ότι η αντιμετώπιση της κρίσης προϋποθέτει ενιαία πολιτική καθοδήγηση». Ακολουθούν τακτικιστική πολιτική. Αναβάλλουν αποφάσεις όπως η αναδιάρθρωση, περιμένοντας ίσως μια ευνοϊκότερη συγκυρία. Όσο όμως παρατείνεται η λύση ενός προβλήματος, τόσο μεγαλύτερο θα είναι, στο τέλος, το κόστος της.
Ασαφείς ήταν και οι επιδιώξεις της ελληνικής πλευράς. Σταθερός ήταν ο στόχος, δηλαδή η αύξηση της χρηματοδότησης. Αλλά δεν είχε διαμορφωθεί μια σταθερή, ρεαλιστική άποψη ως προς τον δρόμο επίτευξης του στόχου. Η κυβέρνηση θεωρούσε ότι θα ήταν προτιμότερο οι όποιες αποφάσεις να αναβληθούν. Τα κύρια στελέχη της πίστευαν ότι το 2012 η ευρωπαϊκή πολιτική συγκυρία θα διαμορφωνόταν ευνοϊκότερα για την Ελλάδα. Στη Γαλλία, μετά τις προεδρικές εκλογές, θα επικρατούσαν οι σοσιαλιστές. Ως προς τη Γερμανία, προέβλεπαν κατάρρευση του κυβερνητικού συνασπισμού υπό την Άνγκελα Μέρκελ, εκλογές και εκλογική νίκη των Σοσιαλδημοκρατών και των Πράσινων. Οι νέες κυβερνήσεις θα ήταν πολύ φιλικότερες προς την Ελλάδα. Οι σχεδιασμοί αυτοί ήταν τουλάχιστον επιπόλαιοι. Οι νέες κυβερνήσεις δεν θα χρηματοδοτούσαν, βέβαια, την Ελλάδα χωρίς εγγυήσεις και ανταλλάγματα. Η χώρα χρειαζόταν συγκεκριμένο σχέδιο διαπραγμάτευσης με μακροπρόθεσμο ορίζοντα, ώστε να απαντηθεί το θέμα της βιωσιμότητας του χρέους και να βελτιωθούν οι δυνατότητες ανάπτυξης της χώρας.

Σε συνέντευξή μου στις 17 Απριλίου υποστήριξα ότι η Ελλάδα οφείλει να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση χρέους το ταχύτερο δυνατό, σε συνεννόηση με τους εταίρους μας. Επισήμανα αρχικά ότι αναδιάρθρωση θα επιβληθεί στη χώρα το 2013, αν ζητήσουμε τη βοήθεια του Ε5Μ και το χρέος μας κριθεί μη βιώσιμο, όπως και πράγματι ήταν, θα έπρεπε επομένως να προετοιμάσουμε τη διαπραγμάτευση για να βελτιώσουμε κατά το δυνατόν το αποτέλεσμα. Άλλωστε, με την πραγματοποιούμενη εξόφληση των υποχρεώσεών μας προς τους ιδιώτες ομολογιούχους, απαλλασσόμαστε μεν από τις οφειλές προς τις τράπεζες, αλλά αναλαμβάνουμε νέες υποχρεώσεις έναντι των κρατών που μας δάνεισαν. Οι οφειλές προς τις τράπεζες μπορούν να περικοπούν. Τα χρέη προς τα κράτη, όμως, σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική, δεν περικόπτονται. Αναβάλλοντας λοιπόν την αναδιάρθρωση, ανταλλάσσουμε χρέος που μπορούμε να περικόψουμε με χρέος που δεν περικόπτεται.

Την επομένη της συνέντευξης διέρρευσε από το πρωθυπουργικό γραφείο «δυσφορία». Η κυβέρνηση θεώρησε «ότι ήρθε την πιο άκαιρη στιγμή», και ο Υπουργός Οικονομικών δήλωσε, από την Ουάσινγκτον όπου βρισκόταν, ότι «η δημόσια συζήτηση για την αναδιάρθρωση δεν βοηθά τη χώρα». Η κυβέρνηση επέμενε, λοιπόν, ότι το χρέος ήταν βιώσιμο και οι εξελίξεις ευνοϊκές. Ο Γ. Πρετεντέρης έγραψε ένα σχόλιο, όπου μεταξύ άλλων ανέφερε: «Ο κόσμος το έχει τούμπανο ότι θα γίνει αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους… Εκτός από τον κόσμο το έχει τούμπανο όλος ο διεθνής οικονομικός Τύπος. Εκτός του κόσμου, το έχει τούμπανο και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Και αυτό που όλος ο κόσμος έχει τούμπανο εμείς θέλουμε να το έχουμε κρυφό καμάρι». Τα όσα συνέβησαν σε λίγους μήνες διέψευσαν τραγικά την κυβέρνηση. Όταν, τον Ιούλιο, η Ευρωζώνη προχώρησε στην αναδιάρθρωση , η Ελλάδα ήταν ανέτοιμη να χειρισθεί σωστά το θέμα.

Η αναδιάρθρωση του χρέους θα έπρεπε να έχει υποστηριχθεί όσο το δυνατό νωρίτερα από την Ελλάδα, για να επιτευχθεί και νωρίτερα. Η άποψη ότι θα έπρεπε πρώτα να διαμορφωθεί ευνοϊκό περιβάλλον, για να αναλάβει δράση η χώρα, παρέβλεπε το γεγονός ότι μια κυβέρνηση δημιουργεί η ίδια, με πρωτοβουλίες της, το κατάλληλο κλίμα για την επίτευξη των στόχων της. Η Ελλάδα έκανε το ακριβώς αντίθετο, με τις πολλές και κατηγορηματικές διαβεβαιώσεις του Πρωθυπουργού ότι δεν επιδιώκει την αναδιάρθρωση.

Στις αρχές Μαΐου έφτασαν στην Ελλάδα οι εκπρόσωποι της τρόικας, για να διαπιστώσουν την πρόοδο στην εφαρμογή του Μνημονίου και να εισηγηθούν για την καταβολή της πέμπτης δόσης τον Ιούνιο. Το πρόγραμμα προσαρμογής είχε χάσει, κατά τον διεθνή Τύπο, τη δυναμική του, με αποτέλεσμα να ακυρώνεται η όποια πρόοδος είχε σημειωθεί. Οι νόμοι που ψηφίζονταν δεν εφαρμόζονταν, οι προσπάθειες για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής ήταν απογοητευτικές. Το πρόγραμμα των ιδιωτικοποιήσεων καθυστερούσε. Η υπόσχεση ότι μέχρι το 2015 επρόκειτο να εισπραχθούν σημαντικά ποσά από την πώληση της περιουσίας του Δημοσίου ήταν μη ρεαλιστική. Το χρονοδιάγραμμα, σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα θα επανερχόταν στις αγορές το 2012, δεν επρόκειτο να τηρηθεί, μια που το επιτόκιο που ζητείτο από τη χώρα έφτανε μέχρι και το 17%. Το έλλειμμα του 2011 θα κυμαινόταν περί το 10% του ΑΕΠ, ενώ το σχέδιο προέβλεπε μείωσή του στο 8%, και το δημόσιο χρέος θα έφτανε το επίπεδο ρεκόρ του 153% του ΑΕΠ. Η προοπτική ήταν -διαπίστωνε ο διεθνής Τύπος- ότι η Ελλάδα θα εμπλακεί στον φαύλο κύκλο της ύφεσης και του διαρκώς αυξανόμενου χρέους. Ένδειξη αυτού του γεγονότος ήταν ότι στις διεθνείς αγορές οι τιμές των ασφαλίστρων κινδύνου είχαν φτάσει το επίπεδο που υποδεικνύει πιθανότητα πτώχευσης.18 Οι διαπιστώσεις της τρόικας δεν διέφεραν.

Στις εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΔΝΤ, η διατύπωσή τους ήταν πιο διπλωματική: «Η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων παρουσίασε ουσιαστικά χαμηλότερους ρυθμούς».

«Η ύφεση είναι βαθύτερη και πιο εκτεταμένη». «Οι δημοσιονομικοί στόχοι για το πρώτο τετράμηνο του 2011 επιτεύχθηκαν, αλλά τα υποκείμενα οικονομικά προβλήματα της χώρας δεν λύθηκαν. Οι καθυστερήσεις στην εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων αντικατοπτρίζουν τις περιορισμένες διοικητικές ικανότητες και την έλλειψη πολιτικού συντονισμού». Το συμπέρασμα των εκθέσεων ήταν, κατά το πρακτορείο Reuters, ότι έπρεπε να αναθεωρηθεί η δημοσιονομική στρατηγική, ότι η Ελλάδα δεν προβλεπόταν να επανέλθει στις αγορές και χρειαζόταν επιπλέον χρηματοδότηση. Η χειρότερη διαπίστωση, όμως, ήταν ότι η επόμενη δόση δεν ήταν δυνατόν να καταβληθεί.

Και, πράγματι, το ΔΝΤ ζήτησε «σοβαρές εγγυήσεις από την Ελλάδα και την Ευρωζώνη» για να καταβληθεί η δόση, διότι, κατά τον κανονισμό του, μια δόση πληρώνεται όταν η χώρα μπορεί να καλύψει τις υποχρεώσεις της τον επόμενο χρόνο.

Για να αρθεί το αδιέξοδο, άρχισε να συζητείται η χορήγηση ενός νέου δανείου στην Ελλάδα υπό νέους όρους. Το δάνειο αυτό, ύψους 30-35 δισ., θα συνδυαζόταν με αυστηρά μέτρα για την προώθηση των αποκρατικοποιήσεων και τη μεταβολή των όρων αποπληρωμής των υποχρεώσεων προς τους ιδιώτες ομολογιούχους, ώστε να εξασφαλισθούν συνολικά πόροι 60-70 δισ. ευρώ. Η τρόικα έθεσε επίσης θέμα απολύσεων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, σε συνδυασμό με την κατάργηση ορισμένων δημοσίων φορέων, όπως και την αυστηρή επιτήρηση της δραστηριότητας των υπουργείων και τη δυνατότητα παρέμβασής της στη λήψη των αποφάσεων.

Η εφαρμογή της σταθεροποιητικής πολιτικής συνάντησε την έντονη αντίδραση του πληθυσμού, και ιδίως των συνδικάτων. Ήδη από το 2010, ο αριθμός των γενικών απεργιών είχε ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Τον Μάιο του 2011 είχαν πραγματοποιηθεί, επιπλέον εκείνης της Πρωτομαγιάς, άλλες δύο απεργίες κατά των κυβερνητικών μέτρων. Επίσης τον Μάιο, ακολουθώντας το πρότυπο των «Αγανακτισμένων» της Μαδρίτης, πολίτες προχώρησαν σε κατάληψη της πλατείας Συντάγματος στην Αθήνα, της πλατείας του Λευκού Πύργου στη Θεσσαλονίκη, και των πλατειών σε πολλές άλλες πόλεις. Η πρώτη πορεία διαμαρτυρία στις 25 Μαΐου συγκέντρωσε περίπου 30.000 άτομα και προσείλκυσε την προσοχή της κοινής γνώμης, επειδή έδωσε την εντύπωση μιας αυθόρμητης, μη κομματικής εκδήλωσης. Πολλαπλασιάσθηκαν και οι περιπτώσεις άρνησης των πολιτών να πληρώσουν νέα αυξημένα διόδια στους αυτοκινητόδρομους ή υποχρεώσεις τους προς τις δημόσιες επιχειρήσεις. Το κίνημα «Δεν πληρώνω» καταγράφηκε ως έκφραση της μεγάλης και αυθόρμητης αγανάκτησης για τις πολλαπλές νέες επιβαρύνσεις. Οι συνεχείς πορείες στο κέντρο της Αθήνας, τα επεισόδια μεταξύ αντιεξουσιαστών και αστυνομίας, οι επαναλαμβανόμενες στάσεις εργασίας στα μέσα μαζικής μεταφοράς, οι κομματικές συγκεντρώσεις έξω από τη βουλή διατάραξαν την κοινωνική ζωή στο κέντρο της Αθήνας και εμπέδωσαν την εντύπωση μιας μόνιμης αναταραχής και σύγκρουσης με την κυβέρνηση.

Σύμφωνα με έρευνες της περιόδου, πάνω από το 50% του πληθυσμού δήλωνε ότι δυσκολευόταν να καλύψει τις μηνιαίες ανάγκες του, επτά στα δέκα νοικοκυριά θεωρούσαν ότι η οικονομική τους θέση επιδεινώθηκε και θα επιδεινωνόταν ακόμη περισσότερο, ενώ η συντριπτική πλειονότητα της κοινής γνώμης ήταν απαισιόδοξη για τις εξελίξεις. Οι αριθμοί επιβεβαίωναν τη σημαντική πτώση του εισοδήματος των εργαζομένων. Η μείωση των αποδοχών στο Δημόσιο ήταν, μέχρι το τέλος του 2011, κατά μέσο όρο 22,2%, ενώ στους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα έφτανε το 12,60%. Η πολιτική απήχηση της κυβέρνησης διαρκώς περιοριζόταν. Μόλις το 20% των ψηφοφόρων δήλωνε ότι θα ψηφίσει και πάλι το κυβερνητικό κόμμα σε προσεχείς εκλογές, ποσοστό που στο τέλος του 2011 έφτασε το 14%.

Οι εξελίξεις αυτές ενίσχυσαν την πεποίθηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αλλά και των σημαντικότερων χωρών της Ευρωζώνης, ότι και στην Ελλάδα χρειάζεται μια ευρύτερη συμφωνία μεταξύ των πολιτικών κομμάτων για την προώθηση της σταθεροποίησης. Ο αρμόδιος επίτροπος, αναφερόμενος στην αποδοχή των μέτρων προσαρμογής από την πορτογαλική αντιπολίτευση, δήλωσε ότι «η στάση αυτή αποτελεί παράδειγμα για τους Έλληνες πολιτικούς».

Αλλά και στην Ελλάδα είχε αυξηθεί η πίεση για συνεννόηση μεταξύ της κυβέρνησης και των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Η πρωτοβουλία του Πρωθυπουργού να συγκληθεί Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών υπό την προεδρία του Προέδρου της Δημοκρατίας στα τέλη Μαΐου δεν απέδωσε. Δεν υπήρξε συναίνεση. Η αντιπαλότητα κυριάρχησε, τόσο γιατί η κυβέρνηση δεν παρουσίασε ένα σχέδιο πειστικό για την κοινή γνώμη, ώστε να κερδίσει τις εντυπώσεις και να υποχωρήσει η αντιπολίτευση, όσο και γιατί η αντιπολίτευση περιορίσθηκε σε μια μονόπλευρη αρνητική στάση, θέλοντας να εκμεταλλευθεί τη δυσαρέσκεια των πολιτών. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η αδυναμία της όποιας συνεννόησης ενίσχυσε την εντύπωση ότι η Ελλάδα δεν είχε τη βούληση να ξεπεράσει τα προβλήματα της. Η δυσπιστία για την ελληνική συμβολή στην υπέρβαση της κρίσης αυξήθηκε.

Η Νέα Δημοκρατία παρουσίασε στις αρχές Μαΐου τη δική της «πρόταση εξόδου από την κρίση», γνωστή ως «Ζάππειο II», που αντικατέστησε τις προηγούμενες θέσεις της τού 2010. Κεντρικό σημείο της πρότασης ήταν η «αλλαγή των όρων του Μνημονίου, ώστε να υπάρξει επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας» . Η «επανεκκίνηση» θα πραγματοποιείτο κυρίως με μείωση των φορολογικών συντελεστών, «απενοχοποίηση της επιχειρηματικότητας», γενικότερη μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος, νομιμοποίηση των αυθαιρέτων, υποχρέωση των τραπεζών να παρέχουν ρευστότητα στην αγορά, αποπληρωμή όλων των οφειλών του Δημοσίου προς όλους τους ιδιώτες και ενίσχυση των χαμηλοσυνταξιούχων. Με το πρόγραμμα αυτό, επρόκειτο να επιτευχθεί σε τέσσερα χρόνια μηδενισμός του ελλείμματος και δημιουργία πλεονασμάτων για την εξόφληση του χρέους.

Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας ήταν μη ρεαλιστική. Αποσιωπούσε πλήρως το γεγονός ότι το δάνειο των 110 δισ. δεν επαρκούσε για την εξόφληση του χρέους, και χρειάζονταν επιπλέον πόροι ύψους τουλάχιστον 200 δισ. Δεν ανέφερε ότι η Ευρωζώνη δεν ήταν διατεθειμένη να προχωρήσει σε μια γενναιόδωρη χρηματοδότηση υπό όρους τους οποίους θα καθόριζε η ελληνική πλευρά. Ελαχιστοποιούσε την αδυναμία της ελληνικής δημόσιας διοίκησης για την αξιοποίηση της απροσδιόριστης περιουσίας των δήθεν 50 δισ., ή για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγή. Ωραιοποιούσε τις δυνατότητες πραγματοποίησης επενδύσεων. Υποσχόταν μηδενισμό του ελλείμματος, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα ότι θα μειώσει τη φορολογία εισπράξεων. Η εξωπραγματική αντίληψή της ήταν έκδηλη στη «λαϊκίστικη» διαβεβαίωση περί «κωδικοποίησης όλων των φορολογικών διατάξεων σε λίγες ομάδες», κάτι που δεν συμβαίνει σε καμία ανεπτυγμένη χώρα του κόσμου. Το βασικότερο σφάλμα της πρότασης, όμως, ήταν ότι υποτιμούσε και παρέβλεπε τις απόψεις των μελών της Ευρωζώνης. Η επιθυμία τους να μη χρεοκοπήσει η Ελλάδα δεν σήμαινε ότι ήταν διατεθειμένες να κάνουν οποιαδήποτε υποχώρηση τους ζητούσε η χώρα, από τη στιγμή μάλιστα που οι ίδιες δεν πίστευαν ότι τα ελληνικά αιτήματα αποτελούσαν λύση στα προβλήματα. Πειστική θα γινόταν η ελληνική πλευρά, μόνο αν έδειχνε έμπρακτα, είτε με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις είτε με την αποφασιστική βελτίωση του φορολογικού μηχανισμού, ότι λύνει προβλήματα. Έως τότε, υποσχέσεις και θεωρίες, τις οποίες οι εταίροι μας δεν συμμερίζονταν, δεν θα τους αρκούσαν για να εκταμιεύσουν τα χρήματά τους.

Στα μέσα του 2011 η πλειονότητα της κοινής γνώμης απέρριπτε το Μνημόνιο και την κυβερνητική πολιτική, θεωρούσε ότι υπήρξε κακός σχεδιασμός και ελλιπής διαχείριση του προγράμματος προσαρμογής. Πράγματι, τα στοιχεία δικαιολογούσαν τις αμφιβολίες αν η εφαρμοζόμενη πολιτική θα οδηγούσε στην έξοδο από την κρίση. Πρώτη επιδίωξη του Μνημονίου ήταν να εξασφαλίσει τη δυνατότητα δανεισμού της Ελλάδας από τις αγορές το 2012. Στα μέσα του 2011 είχε γίνει φανερό ότι ο στόχος αυτός ήταν ανέφικτος. Έπρεπε λοιπόν να αναζητηθούν νέοι τρόποι χρηματοδότησης της χώρας. Δεύτερος σημαντικός στόχος του προγράμματος προσαρμογής ήταν η δραστική μείωση του ελλείμματος: το 2011 θα έπρεπε να κυμαίνεται περί το 8% του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τις ενδείξεις, όμως, το έλλειμμα θα έφτανε περίπου το 10%. Η παροδική ύφεση, που είχαν υποσχεθεί οι συντάκτες του Μνημονίου, είχε εξελιχθεί σε πρωτόγνωρη πτώση της οικονομικής δραστηριότητας. Συνεπώς, δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί η δημοσιονομική προσαρμογή, όπως αρχικά είχε σχεδιασθεί. Αλλά και οι υπόλοιποι στόχοι του Μνημονίου, για ανάπτυξη και πρωτογενή πλεονάσματα, ήταν αδύνατον να επιτευχθούν στο προβλεπόμενο χρονικό διάστημα. Η εφαρμοζόμενη συνταγή της αυστηρής περιοριστικής πολιτικής δεν απέδωσε. Αντίθετα, προκάλεσε νέα προβλήματα. Η κοινωνική ανοχή απέναντι στα μέτρα εξαντλήθηκε, η αντιπαλότητα στην κοινωνία εντάθηκε, η πολιτική έχασε το κύρος της, και οι προσπάθειες εκσυγχρονισμού συναντούσαν πια έντονες αντιρρήσεις. Την κατάσταση επιδείνωσε και ο τρόπος χειρισμού των προβλημάτων από την κυβέρνηση.

Η κυβέρνηση εξαρχής θέλησε ν’ αποφύγει την πρόκληση ανησυχίας, τη διάψευση των ελπίδων που η ίδια είχε καλλιεργήσει, την αναμέτρηση με τμήμα του πληθυσμού που θα υπέφερε από το πρόγραμμα προσαρμογής. Εφάρμοσε μια τακτική πληροφόρησης ώστε να προχωρήσει η προσαρμογή «με το μαλακό», κατά την έκφραση του Υπουργού Οικονομικών. Τα μέτρα ακολουθούσαν διαβεβαιώσεις ότι δεν θα υπάρξουν νέα μέτρα, οι οποίες όμως διαψεύσθηκαν επανειλημμένα. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα των επικοινωνιακών τεχνασμάτων της κυβέρνησης ήταν η αγανάκτησή της για την ανακοίνωση της τρόικας ότι επρόκειτο να πουληθούν περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου αξίας 50 δισ. Αφού αρνήθηκε ρητά ότι θα πωληθούν περιουσιακά στοιχεία, μίλησε εκ των υστέρων για «αξιοποίηση» και συμμόρφωση στις αποφάσεις της Ευρωζώνης, για την αποκρατικοποίηση επιχειρήσεων και τη μεταβίβαση κρατικής περιουσίας σε ιδιώτες. Διαχειρίσθηκε την κρίση με το βλέμμα στραμμένο στις πολίτικες επιπτώσεις, το πολιτικό κόστος, τις διαμαρτυρίες των οπαδών και ψηφοφόρων της, θριαμβολογούσε και εξήρε τα επιτεύγματα της, ακόμα και όταν επρόκειτο για διορθώσεις σε προηγούμενες αποφάσεις της, όπως ήταν η μείωση των επιτοκίων ή η περικοπή του χρέους λόγω της αναδιάρθρωσης. Κατήγγελλε τους κερδοσκόπους και τους οίκους αξιολόγησης, μολονότι οι αντιδράσεις των αγορών οφείλονταν εν μέρει στην αδυναμία της να προωθήσει τα μέτρα προσαρμογής. Σε μια ανακοίνωση του ΠΑΣΟΚ τον Μάιο του 2011, τη φρασεολογία της οποίας ασπάσθηκε και ο Πρωθυπουργός σε δηλώσεις του, καταγγέλλονταν «οι δημοσιολογούντες, είτε είναι τα κόμματα της Αντιπολίτευσης είτε Μέσα Ενημέρωσης είτε δήθεν ανεξάρτητοι αναλυτές και ανησυχούντες επιστήμονες, που επιλέγουν το ρόλο της Κασσάνδρας» και «προφητεύουν καθημερινά την αναδιάρθρωση του χρέους μας».

Το χρέος αναδιαρθρώθηκε περίπου τρεις μήνες έπειτα από αυτή την ανακοίνωση. Αναπόφευκτη συνέπεια της τακτικής που έθετε την πληροφόρηση και την ενημέρωση των πολιτών σε δεύτερη μοίρα, σε σχέση με την πολιτική προπαγάνδα, ήταν η έλλειψη εμπιστοσύνης της κοινής γνώμης και η αναξιοπιστία των κυβερνητικών δηλώσεων. Αλλά, και στο εξωτερικό, η αδυναμία της κυβέρνησης να εφαρμόσει τα όσα υποσχόταν μετέτρεψε βαθμιαία τη συμπαράσταση σε αμφιβολία και, τέλος, σε δυσπιστία για το αν η ελληνική πλευρά εννοεί τα όσα υπόσχεται.

Το «δημοψήφισμα» αποτελεί παράδειγμα επικοινωνιακού τακτικισμού. Έπειτα από «πρόταση» του προέδρου του Συνδέσμου Ελληνικών βιομηχανιών για τη διενέργεια δημοψηφίσματος τον Μάιο του 2011, συνεργάτες του Πρωθυπουργού μετέφεραν ότι αντιμετώπιζε «θετικά» την πρόταση. Λίγες μέρες αργότερα ο Πρωθυπουργός δήλωσε ότι «στα μεγάλα θέματα πρέπει πάντοτε να εξετάζουμε το ενδεχόμενο δημοψηφίσματος». Στις αρχές Ιουνίου ο Τύπος έκανε λόγο για «εμμονή Παπανδρέου σε δημοψήφισμα». Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, «τα διλήμματα του δημοψηφίσματος θα είναι ευρύτερα του μεσοπρόθεσμου σχεδίου», δηλαδή ευρύτερα της αναθεώρησης του Μνημονίου.

Για το ποια θα ήταν τα διλήμματα αυτά, κυκλοφορούσαν πολλές και αντικρουόμενες πληροφορίες στα MME. Άλλοι υποστήριζαν ότι σχετίζονταν με συνταγματικά θέματα, άλλοι ότι θα αφορούσαν τη σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην πραγματικότητα, είχε ανατεθεί σε σύμβουλο του Πρωθυπουργού να διατυπώσει διάφορα πιθανά ερωτήματα. Ερωτήματα που θα εξασφάλιζαν ισχυρή πλειοψηφία για την άποψη που θα υποστήριζε η κυβέρνηση. Στόχος ήταν να υπάρξει ένα τρανταχτό «ναι», ώστε να πιστοποιηθεί η δημοφιλία της κυβέρνησης και να εκτεθούν οι επικριτές της. Για να νομιμοποιηθεί το όλο εγχείρημα, ψηφίσθηκε τον Οκτώβριο και ειδικός νόμος για τα δημοψηφίσματα,26 με τον μεγαλόπνοο τίτλο «Διεύρυνση της άμεσης συμμετοχικής δημοκρατίας με τη διενέργεια δημοψηφίσματος»!

Έλλειψη εμπιστοσύνης και εντύπωση αναξιοπιστίας έχουν καθοριστικά αρνητική επίπτωση στην οικονομία. Το 2011 τα κεφάλαια αποσύρονταν από τη χώρα, επενδύσεις δεν πραγματοποιούνταν, συναλλαγές αναβάλλονταν, η χορήγηση πίστωσης προς τους έλληνες εισαγωγείς συρρικνωνόταν, οι τράπεζες δεν μπορούσαν να δανεισθούν, η οικονομία ασφυκτιούσε εξαιτίας της έλλειψης ρευστότητας.

Σ’ αυτό το δυσμενές περιβάλλον, η έλλειψη γνώσεων και ικανότητας του πολιτικού διοικητικού σχήματος για να προωθήσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις επέτεινε τις αμφιβολίες, την αδράνεια και την κρίση. Ακόμη και δευτερεύοντα ζητήματα, όπως το άνοιγμα των φαρμακείων το Σάββατο ή η έκδοση συναινετικού διαζυγίου χωρίς δικαστικές διαδικασίες, στάθηκε αδύνατον να αντιμετωπισθούν, εξαιτίας των συντεχνιακών αντιδράσεων. Η κυβέρνηση μετέθετε σε εσωτερικές διαβουλεύσεις την εξέταση οποιουδήποτε θέματος προκαλούσε ενόχληση. Οι άδειες των ταξί απασχόλησαν την κυβέρνηση και την κοινή γνώμη πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής.

Οι δηλώσεις, οι συνεχείς συσκέψεις οργάνων, οι διαπραγματεύσεις με τους ενδιαφερομένους, οι συνεννοήσεις με την τρόικα, τα ταξίδια στο εξωτερικό και η προώθηση μιας εικόνας συνεχούς κινητικότητας υποκαθιστούσαν την αποτελεσματική δράση.

Από το βιβλίο «Εκτροχιασμός» (σσ. 188-205, εκδ. ΠΟΛΙΣ, 2012)