Ο εκσυγχρονισμός του Πολιτικού Περιβάλλοντος

Μια ενεργός πολιτική αντιμετώπισης των νοοτροπιών και των συμπεριφορών που καθορίζουν το πολιτικό περιβάλλον και λειτουργούν ανασχετικά στον εκσυγχρονισμό δεν μπορεί παρά να συναντά αντιρρήσεις.

Οι γραμμές αντιπαράθεσης διαπερνούν οριζόντια τα κόμματα. Σε κάθε κόμμα οι οπαδοί του υποστηρίζουν διαφορετικές και αντίθετες απόψεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η χωροταξία στα νησιά. Οι οπαδοί μιας άμεσης ταχείας «ανάπτυξης» χωρίς χωροταξικούς και οικοδομικούς περιορισμούς συγκρούονται με τους οπαδούς μιας μακροπρόθεσμης θεώρησης που θέλουν περιορισμούς για να εξασφαλιστεί μία βιώσιμη ανάπτυξη. Ένα άλλο, επίσης ενδεικτικό παράδειγμα στον τομέα των ελευθεριών είναι η διαμάχη για τις ταυτότητες. Οι σφυγμομετρήσεις έδειχναν ότι το μέτωπο εκείνων που ήθελαν να παραμείνει στις ταυτότητες η αναφορά στο θρήσκευμα εκτεινόταν από τη Δεξιά μέχρι και την Αριστερά. Αλλά και την κατάργηση της αναφοράς στο θρήσκευμα υποστήριζαν οπαδοί όλων των κομμάτων.

Μια παράπλευρη αντίθεση δεν είναι επομένως ευπρόσδεκτη στα κόμματα, διότι δυσκολεύονται ή αδυνατούν να τη χειριστούν προς όφελος τους. Η αδράνεια μπορεί όμως να αρμόζει στη συντήρηση, αλλά αποδυναμώνει την προοδευτική παράταξη. Διαιωνίζει μηχανισμούς εξουσίας που περιορίζουν την ορθολογική κατανομή των πόρων σε όφελος των πολλών και ευνοούν τους πελατειακούς μικρόκοσμους.

Οι νοοτροπίες της αδράνειας ενισχύονται από μια αντίληψη ζωής που επικρατεί στα μεσοστρώματα. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη αποδεκτό και προς μίμηση πρότυπο είναι το άτομο που τα καταφέρνει στη ζωή του, που προοδεύει χάρη στην εμφάνισή του και το χειρισμό των διαπροσωπικών σχέσεων. Το αν είναι δημιουργικό είναι δευτερεύουσας σημασίας. Εκείνο που έχει σημασία είναι αν «πουλάει» καλά τον εαυτό του.

Τότε θεωρείται καπάτσος. Η δημιουργική αμφιβολία, η δύναμη σκέψης, η κριτική ικανότητα αλλά και η αυτογνωσία αξιολογούνται ως υποδεέστερες ιδιότητες. Σημασία έχει να εκπέμπεται ένα μήνυμα σπουδαιότητας και σιγουριάς. Αρέσει ο άμεσος απλοποιητικός λόγος που αγκαλιάζει όλους.

Αλλά και η κοινωνία γενικότερα δέχεται ως αυτονόητο στόχο τη με οποιονδήποτε τρόπο βελτίωση της προσωπικής θέσης. Ο καθηγητής που ενδιαφέρεται μόνο για τα ιδιωτικά φροντιστήριά του και όχι για το μάθημα στο σχολείο, ο δικηγόρος που πολλαπλασιάζει άσκοπα μηνύσεις και αγωγές για να χρεώνει αμοιβές, ο αγρότης που χρησιμοποιεί φυτοφάρμακα μια μέρα πριν από τη συγκομιδή, ο επιχειρηματίας που αξιοποιεί υποβαθμισμένα υλικά όχι μόνο δεν προκαλούν διαμαρτυρίες, αλλά αντίθετα θα βρουν πάντα την αμέριστη συμπαράσταση των συνδικαλιστικών τους οργάνων.

Οι αναχρονιστικές νοοτροπίες και πρακτικές του πολιτικού πολιτισμού μας αποτέλεσαν μια μεγάλη αλλά και υπόγεια δυσκολία που είχε να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση την οκταετία. Η επιτυχία υπήρξε περιορισμένη. Οι κοινωνικές στάσεις αλλάζουν μόνο βαθμιαία και έπειτα από συνεχείς προσπάθειες των πολιτικών και κοινωνικών ηγεσιών επί πολλά χρόνια. Πριν από τις εκλογές του 2004, για παράδειγμα, εννιά χρόνια μετά την καθιέρωση της πρόσληψης στο δημόσιο με διαγωνισμό, μεσαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ από την περιφέρεια ανέφεραν «ότι χάνουμε ψήφους γιατί μας ζητάνε διορισμούς και δεν ανταποκρινόμαστε».

Η αντίθεση με τις κυρίαρχες στάσεις έχει βέβαια πολιτικό κόστος. Όχι μόνο φοβίζει, αλλά, όπως έδειξε πολύ χαρακτηριστικά η υπόθεση των ταυτοτήτων, συσπειρώνει τους αντιτιθέμενους, δημιουργώντας ένα ευρύτερο μέτωπο υπέρ της συντήρησης. Η αντιπαράθεση μ’ αυτό το μέτωπο είναι αναγκαία αν θέλουμε να προχωρήσει ο εκσυγχρονισμός.

Η ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας συντάσσεται κατά κανόνα με τις κυρίαρχες στάσεις. Είχε μάλιστα θεωρητικοποιήσειτη θέση της υποστηρίζοντας ότι ενδεδειγμένο και επιδιώξιμο είναι ό,τι προκύπτει από τις δημοσκοπήσεις. Όταν το κόμμα ξέρει τι θέλει ο κόσμος, τότε είναι και το ίδιο σε θέση να προσανατολίσει την πολιτική του.

Στη συντηρητική παράταξη ταιριάζει η αρχή ότι πολιτική είναι η διαχείριση του αποδεκτού, και γι’ αυτό το ζητούμενο είναι το αποδεκτό. Αντίθετα, στην προοδευτική παράταξη οι δημοσκοπήσεις δεν μπορεί να καθορίζουν την πολιτική, μια που το ζητούμενο είναι να αλλάξει η λειτουργία της κοινωνίας, να αλλάξει το αποδεκτό. Για όσους θέλουν να μεταβάλουν τις συνθήκες ζωής, «η κοινή γνώμη» μπορεί και πρέπει να υποκατασταθεί από μια άλλη κυρίαρχη γνώμη. Οι δημοσκοπήσεις είναι ένα εργαλείο πολιτικής, αλλά δεν μπορεί να προσδιορίζουν το περιεχόμενο της πολιτικής.

Ο Γάλλος κοινωνιολόγος P. Bourdieu διαπίστωνε πολύ σωστά ότι «κοινή γνώμη δεν υπάρχει», «κοινή γνώμη» με το νόημα που της προσδίδουν όσοι θέλουν να περιχαρακώσουν μια κατάσταση και να παρουσιάσουν ορισμένες απόψεις ως κανόνα. Η κοινή γνώμη είναι ένα πεδίο όπου κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις, συνδεδεμένες με συμφέροντα και νοοτροπίες, και πολιτισμικές αντιλήψεις υπερασπίζονται ισορροπίες ή διαμορφώνουν νέες πεποιθήσεις, διατυπώνουν και επαναδιατυπώνουν «το υπαρκτό» για να νομιμοποιήσουν μια πολιτική και να την ισχυροποιήσουν. Η κοινή γνώμη εκφράζει σχέσεις δύναμης, επομένως δεν είναι στατική. Προκύπτει από ανταγωνισμούς και συγκρούσεις απόψεων, που είναι στην πραγματικότητα συγκρούσεις δύναμης μεταξύ κοινωνικών ομάδων. Το απλό συμπέρασμα για ένα πολιτικό κόμμα είναι ότι πρέπει να έχει γνώμη και τα στελέχη του να την υπερασπίζονται. Να μη φοβούνται το πολιτικό ή το προσωπικό κόστος. Διαφορετικά δεν δημιουργούν «κοινή γνώμη» για την πολιτική τους, και κυρίως δεν αντιπαρατίθενται στην κατασκευασμένη κοινή γνώμη, η οποία επιδιώκει να ματαιώσει την πολιτική τους.

Κεντρικός στόχος είναι μια κοινωνία που προβληματίζεται για το τι τη συμφέρει. Που θέλει να κρίνουν οι πολίτες με ουσιαστικά κριτήρια την πρόοδό της και όχι υπό το κράτος ανησυχίας, ανασφάλειας ή λαϊκίστικων συνθηματολογιών. Η απελευθερωμένη από πάτρωνες κοινή γνώμη είναι προϋπόθεση του εγχειρήματος εκσυγχρονισμού του πολιτικού πολιτισμού μας, της διεύρυνσης όλο και περισσότερο του κύκλου των ενεργών και υπεύθυνων πολιτών. Μόνον έτσι θα δημιουργηθεί η δυναμική για αντιλήψεις και νοοτροπίες που στηρίζουν την αλλαγή και τον εκσυγχρονισμό και απελευθερώνουν σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής νέες δυνάμεις ανοίγοντας το δρόμο της προόδου.

Από το βιβλίο «Πολιτική για μια δημιουργική Ελλάδα 1996-2004» (σσ. 537-540, εκδ. ΠΟΛΙΣ, 2005)