Πολιτική για μια Δημιουργική Ελλάδα

Πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε το βιβλίο μου Πολιτική για μια δημιουργική Ελλάδα. Θα ήθελα να εξηγήσω σήμερα τι επιδίωξα.

Όταν πριν από αρκετό καιρό ανέφερα σε φίλους ότι σκέφτομαι να γράψω ένα βιβλίο για την περίοδο 1996-2004 με ρώτησαν αν άλλοι πρώην πρωθυπουργοί έχουν γράψει βιβλία για την περίοδο της θητείας τους. Θεωρούσαν ότι το εγχείρημα είναι ασυνήθιστο. Και άλλοι έχουν γράψει. Ο κ. Κολ, ο κ. Ντελόρ, ο κ. Ροκάρ, ο κ. Σμιτ. για παράδειγμα. Το εγχείρημα δεν είναι ασυνήθιστο.

Μια άποψη, συνηθισμένη στους πολιτικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους, είναι ότι τα βιβλία αυτά έχουν ως αιτία την επιθυμία του συγγραφέα να επιβάλει τη δική του εικόνα των πραγμάτων. Σ’ αυτή την εκτίμηση υπάρχει δόση αλήθειας, μεγάλη ή μικρή ανάλογα με την περίπτωση. Υπάρχουν όμως και άλλοι λόγοι, και όχι αποκλειστικά προσωπικοί, για τους οποίους ένα πρόσωπο θέλει να παρουσιάσει τις δικές του εμπειρίες και θέσεις.

Για μένα, μια πολιτική προσπάθεια όπως αυτή της περιόδου 1996-2003 έχει ζωή και μετά το χρονικό σημείο που μπορεί να θεωρηθεί ως στιγμή του τερματισμού της. Παραμένει για αρκετό χρόνο ακόμη στοιχείο της πολιτικής ζωής, συνεχίζει να συμβάλλει στη διαμόρφωση των απόψεων. Όσοι λοιπόν είχαν συμμετάσχει σ’ αυτή έχουν λόγο στην πάντα συνεχιζόμενη πολιτική συζήτηση. Τους αφορά γιατί αντλεί επιχειρήματα, θετικά ή αρνητικά, και από τη δική τους προσπάθεια. Η συγγραφή υπό τις προϋποθέσεις αυτές είναι πολιτική πράξη και πολιτική συμμετοχή. Είναι για μένα μέσο ώστε η προοδευτική παράταξη να αποκτήσει εφόδια, επιχειρήματα, γνώση για τον αγώνα της και να τον συνεχίσει με επιτυχία με τη νέα ηγεσία της.

Αυτό απαντάει και στο ερώτημα μήπως βιάστηκα να παρουσιάσω την άποψή μου. Ας μη γελιόμαστε, η συντηρητική παράταξη θέλει να απαξιώσει την προσπάθεια της προηγούμενης κυβέρνησης και να καταδείξει ότι όσα συνέβησαν στη χώρα τότε ήταν μια επίφαση εκσυγχρονισμού. Είναι προϋπόθεση ισχυροποίησής της. Προτιμά γι’ αυτό να σφραγίζει με τις δικές της μονόπλευρες και παραποιητικές τοποθετήσεις την παράσταση των ετών της διακυβέρνησής μας. Θα ήταν λάθος όμως να θεωρήσουμε ότι γύρισε η σελίδα και η Νέα Δημοκρατία και οι συντηρητικές δυνάμεις μπορούν να γράφουν αυτές και μόνο το χρονικό των εξελίξεων. Η δύναμη μιας παράταξης είναι το έργο της, και αυτό δεν πρέπει να το χαρίζει σε άλλους. Αν εμείς το χαρίσουμε σε άλλους θα εργαζόμαστε χωρίς κριτήρια, χωρίς επιχειρήματα, χωρίς εμπειρίες για το πώς επιτυγχάνεται το καινούργιο. Θα αναζητούμε την πρόοδο χωρίς την πυξίδα του έργου.

Έγραψα λοιπόν για τα γεγονότα, για τις πολιτικές που ακολουθήθηκαν, για τα αποτελέσματα, θετικά και αρνητικά, για τις αντιδράσεις, δικαιολογημένες ή όχι, για τις απόψεις που υποστηρίξαμε, για τις κριτικές που ασκήθηκαν. Έγραψα ώστε να έχουμε την εικόνα του τι συνέβη και τι μπορούμε να αντλήσουμε ως εμπειρίες, κατευθύνσεις και σχέδια για το μέλλον. Για να έχουμε δημιουργική μνήμη. Για να μας δώσει η γνώση δύναμη.

Έγραψα για να βοηθήσω στην επίγνωση των δυνατοτήτων και των αδυναμιών μας, στην καλύτερη γνώση των πολιτικών θεσμών και του πολιτικού περιβάλλοντος μας. Χρειάζεται αυτή η επίγνωση γιατί κινούμαστε μερικές φορές με μύθους. Βλέπουμε την πραγματικότητα μέσα από παραμορφωτικούς φακούς, που όμως αρνούμαστε ότι χρησιμοποιούμε. Η σταθερότητα της οικονομίας, πιστεύουν πολλοί, σημαίνει οπωσδήποτε λιτότητα για τους εργαζόμενους, και προτιμούν ως εκ τούτου τον πληθωρισμό. Οι ξένοι μάς υπονομεύουν, είναι μια ευρύτερα ισχύουσα άποψη που στηρίζει την περιχαράκωση και την απομόνωση της χώρας, άποψη που περιορίζει τις δυνατότητές μας. Πολλοί ισχυρίζονται ότι οι κακές κυβερνήσεις ματαιώνουν ό,τι επιδιώκουν και πετυχαίνουν οι πολίτες, και αποσιωπούν ότι οι αυτοαποκαλούμενοι υπεύθυνοι πολίτες συντηρούν πολλές φορές το ρουσφέτι, την κακοδιαχείριση και την άκρατη επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος. Χρειαζόμαστε να ξέρουμε τους μύθους με τους οποίους ζούμε για να τους περιορίσουμε και να δώσουμε στις δράσεις μας μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Δεν πρέπει να φοβόμαστε την αλήθεια. Η αλήθεια που προκύπτει από την ελεύθερη συζήτηση είναι μέσο αυτογνωσίας, απελευθερώνει τη σκέψη και εξασφαλίζει στην πρόοδο δυναμική.

Η συντηρητική νοοτροπία πιστεύει και παρουσιάζει τον πολιτικό ανταγωνισμό ως έναν ανταγωνισμό προσώπων και κομματικών παρατάξεων που εντάσσεται στον ευρύτερο αγώνα του καλού με το κακό ή της σωστής με τη σπάταλη διαχείριση. Η θεώρηση αυτή αρνείται μια βασική νομοτέλεια που διακρίνει τη λειτουργία της κοινωνίας, δηλαδή τον καθοριστικό ρόλο των οικονομικών συμφερόντων και των κοινωνικών ομάδων στη διαμάχη για κοινωνική και οικονομική εξουσία. Η δική μας θεώρηση είναι διαφορετική. Αντίπαλοί μας είναι οι δυσλειτουργίες της κοινωνίας, τα εμπόδια στην κοινωνική δικαιοσύνη, στην ανάπτυξη, στη διεύρυνση των δυνατοτήτων του καθένα μας, που είναι προπαντός συνέπεια του τρόπου δόμησης και λειτουργίας αυτής της κοινωνίας. Τα κόμματα εκφράζουν κοινωνικές και όχι προσωπικές επιδιώξεις. Η προοδευτική παράταξη για να πετύχει την αλλαγή πρέπει λοιπόν να αντιμετωπίζει τα κοινωνικά προβλήματα, να παρεμβαίνει για τη λύση τους. Προσπάθησα να δείξω κατευθύνσεις και τρόπους αυτής της παρέμβασης. Να δείξω θεσμούς, συστήματα και νοοτροπίες που συντηρούν κοινωνικές διακρίσεις, επιτείνουν κοινωνικές ανισότητες, και τα οποία πρέπει να μεταβάλουμε για να ξεπεράσουμε την υστέρησή μας.

Το βιβλίο αυτό είναι ένα βιβλίο για την πολιτική. Δεν αφορά πρόσωπα, προσωπικές συμπεριφορές και προσωπικές διενέξεις. Παρουσιάζω τις πολιτικές που ακολουθήσαμε, τις δυσκολίες που συναντήσαμε, το περιβάλλον στο οποίο κινηθήκαμε, τους περιορισμούς τους οποίους μας επέβαλε, τις επιτυχίες και τις αστοχίες, σε τι ανταποκριθήκαμε και σε τι όχι. Είχα να αντιμετωπίσω ένα δίλημμα. Ποιος τρόπος παρουσίασης αρμόζει στο θέμα; Ένας γενικός ή ένας πιο λεπτομερειακός; Προτίμησα τη γενική θεώρηση στην παρουσίαση της πολιτικής και ανέδειξα και λεπτομέρειες στην παρουσίαση του έργου, ώστε έτσι να τεκμηριώσω τους ισχυρισμούς μου, να δείξω με συγκεκριμένα παραδείγματα τη μεγάλη απόσταση που διανύσαμε και τις αλλαγές που πραγματοποιήσαμε.

Η πολιτική, χάρη στην ταχύτητα των εξελίξεων, χάρη στον «πυροβολισμό» των εικόνων και γεγονότων που προσφέρει η τηλεόραση, εξελίσσεται όπως ένα σίριαλ με πολλές συνέχειες, συνέχειες ετών. Όταν δούμε το τελευταίο επεισόδιο, έχουμε ξεχάσει πώς ξεκίνησε η σειρά, τι προηγήθηκε. Κυριαρχεί η τελευταία εικόνα. Η τελευταία εικόνα δεν αποδίδει όμως την εξέλιξη των γεγονότων. Για να αξιολογήσουμε, να κρίνουμε, να προσδιορίσουμε τις μελλοντικές δράσεις είναι χρήσιμη η συνολική εικόνα του τι έγινε. Και αυτή προσπάθησα να δώσω.

Είναι αυτονόητο ότι θα υπάρξουν διαφορετικές εκτιμήσεις για το τι συνέβη την οκταετία. Με το βιβλίο αυτό δεν επιζητώ να συμφωνήσουν όλοι με τη δική μου άποψη. Επιζητώ μια συζήτηση που μας βοηθά όλους να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα του τόπου. Οι αντιδράσεις είναι στοιχείο της συζήτησης. Αν κάποιος τις φοβάται, πρέπει να σιωπά. Πρόθεση να σιωπήσω δεν είχα και δεν έχω. Πιστεύω ότι είναι καιρός πια να κυριαρχήσει ο πολιτικός λόγος και η αντιπαράθεση για πολιτικούς στόχους στην ημερήσια διάταξη της πολιτικής ζωής αντί της μικροπολιτικής, της ηθικολογίας και της προσπάθειας διαχωρισμού των πολιτικών σε καλούς και κακούς. Θεωρώ ως αναπόσπαστο στοιχείο της πολιτικής την ηθική διάσταση των μέσων και των στόχων της. Όμως, αν μόνο αντικείμενο του ενδιαφέροντος μας είναι η μικροπολιτική η ηθικολογία, η χώρα θα επιτείνει κατά πολύ την αδυναμία της να αντιμετωπίσει τα ουσιαστικά προβλήματά της. Θα καλλιεργεί μύθους και θα οδηγείται σε αδιέξοδα.

Από το βιβλίο «Στόχοι, στρατηγική, προοπτικές» (σσ. 581-585, εκδ. ΠΟΛΙΣ, 2005)