Άρθρο στην εφημερίδα “Το Βήμα της Κυριακής” με τίτλο ” Πραγματικοί αριθμοί – Αίολες υποσχέσεις”

Εντός του 2016 πρέπει να αποπληρώσουμε στους δανειστές μας χρέη 12,8 δις ευρώ περίπου. Αλλά και για τα επόμενα πέντε χρόνια οι οφειλές μας φθάνουν κάθε χρόνο το ίδιο περίπου ποσό ή και παραπάνω. Δεν διαθέτουμε τα χρήματα αυτά. Θα μας τα χορηγήσουν οι δανειστές μας με βάση το τρίτο Μνημόνιο σε δόσεις υπό όρους. Ο κύριος όρος είναι η θετική αξιολόγηση των προσπαθειών της ελληνικής κυβέρνησης για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Αυτή τη στιγμή εκκρεμεί η πρώτη αξιολόγηση, που έπρεπε να είχε κλείσει από το Νοέμβριο. Στη διάρκεια του χρόνου έχουν προγραμματιστεί να πραγματοποιηθούν άλλες τρεις, «μία ανά τρίμηνο». Με την θετική πρώτη αξιολόγηση αναμένεται να εισπράξουμε 2,0 δις ευρώ περίπου.

Πρόβλημα δεν υπάρχει λοιπόν θα μπορούσε να παρατηρήσει κάποιος. Η Ελλάδα θα παίρνει περίπου όσα χρωστά και θα πληρώνει. Τα πράγματα δεν είναι όμως έτσι απλά. Ο χρόνος ολοκλήρωσης κάθε αξιολόγησης και είσπραξης της σχετικής δόσης είναι αβέβαιος. Μάλιστα, σε αντιδιαστολή με τα προηγούμενα δύο Μνημόνια, το προφίλ των μελλοντικών εισροών δεν έχει διευκρινιστεί. Δεν υπάρχει δέσμευση παροχής συγκεκριμένων ποσών από τους δανειστές σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα. Επαφίεται κάθε φορά στη στάση μας και στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών μας.

Η πληρωμή των οφειλών μας προς τους δανειστές αντίθετα έχει χρόνους αυστηρά προσδιορισμένους, που δεν συναρτώνται με τις αξιολογήσεις. Π.χ. από τον Μάιο μέχρι και τον Ιούλιο του 2016 θα πρέπει να πληρώσουμε 4,8 δις. Εάν δεν έχουμε περισσευούμενα χρήματα από την πρώτη αξιολόγηση, εάν δεν ολοκληρωθεί έγκαιρα η αξιολόγηση του Ιουνίου και η σχετική πληρωμή, θα έχουμε πρόβλημα. Κάποιος τρίτος θα μπορούσε να παρατηρήσει: Μόνο για μια καθυστέρηση μηνών θα υπάρξει φασαρία; Δεν είναι υπερβολικό; Το τι θα συμβεί θα εξαρτηθεί από την εντύπωση που θα έχουμε δημιουργήσει στους δανειστές μας, εάν θεωρούν ότι επιδιώκουμε ή όχι να εκτελέσουμε τις υποχρεώσεις μας. Σε κάθε περίπτωση όμως η καθυστέρηση της πληρωμής και οι σχετικές συζητήσεις επηρεάζουν αρνητικά την εικόνα της χώρας, το δανεισμό από τις αγορές, την εμπιστοσύνη στο μέλλον της, τις επενδύσεις και την ανάπτυξή της.

Ο πολίτης δεν μπορεί να εκτιμήσει τις περίπλοκες αυτές διαδικασίες. Επαφίεται στις τοποθετήσεις της κυβέρνησης, τις ενέργειές της, την αισιοδοξία της. Αυτή τη στιγμή αισθάνεται ότι τα φέρνουμε βόλτα. Η μαχητική διαπραγμάτευση που ακολουθείται κατά τις κυβερνητικές δηλώσεις φαίνεται ότι εξασφαλίζει ανεκτές λύσεις. Πώς και γιατί δεν ξέρει κανείς ακριβώς. Παράδειγμα είναι οι υπερχρεωμένες βιομηχανίες ζάχαρης. Περιορίζονται μελλοντικές δαπάνες και έτσι μελλοντικά χρέη με την απόφαση να συνεχίσουν να λειτουργούν; Ή σωστά η κυβέρνηση προτιμά να λειτουργούν με όποιο κόστος για να περιορισθεί η ανεργία; Η εμπειρία είναι ότι η κυβέρνηση για να μη δυσαρεστεί πολιτικούς πελάτες αντί να περιορίζει τις δαπάνες για να εξοικονομήσει χρήματα προτιμά να συντηρεί υπάρχουσες πρακτικές και να αυξάνει τους κάθε είδους φόρους. Αντί να μειώσει τις στρατιωτικές δαπάνες, όπως έπρεπε, τις αύξησε. Συνέπεια αυτής της απόφασης και άλλων αποφάσεων ήταν μεταξύ άλλων να αυξηθεί αναδρομικά και ο φόρος εισοδήματος για ορισμένες περιπτώσεις.

Το πιο ισχυρό όπλο απέναντι στους δανειστές θα είναι όπως τονίζεται επίμονα από την κυβέρνηση η αναδιαπραγμάτευση του χρέους. Θα αρχίσει αμέσως μετά την πρώτη αξιολόγηση, δηλαδή πολύ σύντομα και θα μειώσει σημαντικά τις υποχρεώσεις μας. Η Ελλάδα θα βρεθεί σε πολύ πιο ευνοϊκή θέση βεβαιώνει η κυβέρνηση. Η αναδιαπραγμάτευση ούτε έμπνευση ούτε κατόρθωμα αυτής της κυβέρνησης είναι. Συζητείται εδώ και χρόνια, ήταν αίτημα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, αντικείμενο διαφόρων προτάσεων, άρθρων αλλά και τοποθετήσεων των υπουργών των εταίρων μας. Ερχόταν και επανερχόταν ως θέμα σε κάθε διαπραγμάτευση. Η αναδιαπραγμάτευση δεν πρόκειται να αλλάξει ριζικά τη θέση της Ελλάδας. Θα διευκολύνει την εξόφληση του χρέους μάλλον μεταθέτοντας τον χρόνο αποπληρωμής και μειώνοντας το επιτόκιο. Η όποια ρύθμιση θα συνδέεται όμως με όρους, όπως συνήθως συμβαίνει, ώστε να κατοχυρώνεται η τήρηση όλων των υποχρεώσεων που έχουμε.

Η κυβέρνηση διαδίδει την άποψη, ότι εδώ και στο εξής θα υπάρχουν άφθονα χρήματα στη διάθεσή της. Σύντομα θα τελειώσει η εποχή που δεν μπορούσαμε να βρούμε πόρους. Επίκειται η ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που θα μας διαθέσει δεκάδες δις. Θα υπάρχουν όμως ελληνικά ομόλογα που θα ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της ΕΚΤ ώστε να τα αγοράζει; Και η επιστροφή στις αγορές παρουσιάζεται ως βέβαιη. Θα δανειζόμαστε όσο θέλουμε με τους όρους που ισχύουν και για τις άλλες χώρες της Ένωσης. Είναι έτσι; Μάλλον όχι.

Ο Μάρτιν Γούλφ, ένας από τους πιο γνωστούς διεθνώς οικονομικούς σχολιαστές, κατά την τελευταία επίσκεψή του στην Αθήνα, διατύπωσε την άποψή του για το ελληνικό πρόβλημα συνοπτικά ως εξής: «Εάν η Ελλάδα θέλει να παραμείνει μέλος της Ευρωζώνης, πρέπει να καταστεί μια κανονική ευρωπαϊκή χώρα τόσο όσον αφορά τις πολιτικές της όσο και τους θεσμούς της. Αυτό θα απαιτήσει δεκαετίες και όχι μόνον χρόνια». Ο Γούλφ ανήκει στους οικονομολόγους που από την αρχή της κρίσης θεώρησαν τις πολιτικές της Ένωσης στο ελληνικό θέμα ατυχείς. «Το πρώτο πρόγραμμα σχεδιάστηκε με σκοπό τη διάσωση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος». Το σύνολο των μέτρων παρέβλεψε, ότι η Ελλάδα «αντιμετωπίζει θέμα ανάπτυξης».

Η Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχει και εξελίσσεται σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον που συνδημιούργησε και συνεχίζει να επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό. Ανήκει στις «μεγάλες δυνάμεις». Η συμβολή της Ελλάδας στην ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας και κοινωνίας είναι μικρή. Οι δυνατότητες της χώρας μας σε σχέση με τα προβλήματα της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας εξέλιξης είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Για ν’ ανταποκριθεί στις απαιτήσεις είναι υποχρεωμένη να εντάσσεται σε κοινές προσπάθειες, να συνεργάζεται, να αξιοποιεί την κοινωνική, οικονομική και τεχνολογική πρόοδο που καθορίζουν άλλοι. Δεν μπορεί να ακολουθήσει ούτε μια αυτόνομη πορεία ούτε μια «εναλλακτική αποκεντρωμένη πολιτική», που μερικοί φαντάζονται δυνατή. Αντίθετα είναι αναγκασμένη να συμμορφώνεται με τους κύριους κανόνες του παιχνιδιού που προκύπτουν από τις συνεργασίες της, τις δυνατότητές της, τη θέση της ως τμήμα ενός ευρύτερου συνόλου. Οδηγήθηκε στην κρίση επειδή αγνόησε αυτούς τους κανόνες και λειτούργησε χωρίς συναίσθηση των οικονομικών της δυνατοτήτων. Πάσχει ακόμη, επειδή είτε δεν θέλει είτε δεν μπορεί να συμμορφωθεί στις αρχές του χώρου που ανήκει.

Το μέλλον της Ελλάδας είναι σήμερα αβέβαιο. Οικονομική κρίση, υψηλή ανεργία, χαμηλή παραγωγικότητα, υστέρηση σε όλους τους τομείς, αδυναμία της πολιτείας να αντιδράσει είναι μόνιμα φαινόμενα. Πολλοί αποδίδουν την κακοδαιμονία κυρίως στους ξένους, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο παγκόσμιο κεφάλαιο, στους πολλούς άγνωστους και σκοτεινούς που κινούν τα νήματα που μας κρατούν δέσμιους. Αρνούνται να δεχτούν, ότι ο ιός που μας ταλαιπωρεί είναι και εγχώριος. Διεθνείς συνθήκες χειροτερεύουν ή βελτιώνουν μια κατάσταση, δεν έχουν όμως όσον αφορά την σημερινή εξέλιξη της χώρας την βαρύνουσα ευθύνη. Η αιτία του σημερινού τέλματος έγκειται στην άρνηση και αδυναμία μας να προσαρμοστούμε, να μετατραπούμε σε μια κανονική ευρωπαϊκή χώρα όσον αφορά τις πολιτικές που εφαρμόζουμε, τους θεσμούς που καθορίζουν τη λειτουργία της πολιτείας και της κοινωνίας μας. Το συντηρητικό βαθύ συναρτημένο με τον αριστερολαϊκισμό και τις φαντασιώσεις μιας ριζοσπαστικής μετάλλαξης του τόπου συντηρούν μια κλειστή, καταπιεστική και οπισθοδρομική κοινωνία, που αντιστέκεται στον εκσυγχρονισμό. Διέξοδος θα υπάρξει μόνο, αν αποφασιστικά επιδιώξουμε την προσαρμογή στο σύγχρονο περιβάλλον, χωρίς φόβους, πισωγυρίσματα, δισταγμούς, αναβολές.

Η ρύθμιση του εξωτερικού χρέους μας θα είναι χωρίς αξία εάν ταυτόχρονα και προπαντός δεν γίνονται οι επεμβάσεις εκείνες που θα δώσουν δυναμική στην ελληνική οικονομία, θα γεννήσουν ελπίδα, θα αξιοποιήσουν τις δυνατότητες των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, θα προκαλέσουν επενδύσεις. Αν η συζήτηση για το χρέος δεν συνοδευτεί από μεταρρυθμίσεις θα είναι μια επανάληψη των πολλών εικονικών και άχρηστων πολιτικών πρωτοβουλιών που συγκάλυψαν άρνηση και στασιμότητα. Πολλοί απορούν ποιες μεταρρυθμίσεις; Είναι εκείνοι που δεν θέλουν να καταλάβουν, ότι πρέπει να εξοβελιστεί κάθε απραξία και συστηματική αντίδραση στην ανάπτυξη των δυνατοτήτων της χώρας. Εκείνοι που θεωρούν ως φυσιολογικές συμπεριφορές, πολιτικές και επιδιώξεις που στις κύριες χώρες της Ένωσης έχουν προ πολλού πάψει να υπάρχουν. Είναι φυσιολογικό υπουργός Γεωργίας μόλις ψηφίστηκε με πρότασή του συγκεκριμένη νομοθεσία σε εκπλήρωση των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας, να δηλώνει ότι δεν θα την εφαρμόσει; Ή μήπως χρειάζεται συζήτηση αν πρέπει ή όχι να καταργηθεί η πρακτική οι υπευθυνότητες στη διοίκηση να κατανέμονται ποσοστιαία ανάμεσα σε συνδικαλιστικές ή κομματικές παρατάξεις; Ή μήπως πρέπει να συνεχίζουμε να εξετάζουμε για μερικά χρόνια ακόμη, αν αποτελεί μεταρρύθμιση ή όχι η αξιολόγηση και μείωση του αριθμού των εποπτευομένων από το Δημόσιο περίπου 1.800 νομικών προσώπων, η κατάργηση στο ελάχιστο των απαιτούμενων υπογραφών για ένα επίσημο έγγραφο ή ο περιορισμός των δικονομικών διατάξεων που επιτρέπουν στους δικηγόρους να διαιωνίζουν τις δίκες; Υπάρχουν αναρίθμητες αυτονόητες μεταρρυθμίσεις αλλά και δυστυχώς αναρίθμητοι υπεύθυνοι που θα καταστούν περιττοί αν γίνουν οι μεταρρυθμίσεις και γι’ αυτό αντιδρούν. Οι προφητείες του κ. Γούλφ θα καταστούν πραγματικότητα, αν συνεχίσουμε να συγκαλύπτουμε τα προβλήματα της χώρας, αν καλλιεργούμε ανέφικτα οράματα, αν δεν μας ενδιαφέρει η ανάπτυξη του τόπου, αλλά μόνο η εκμετάλλευση της εξουσίας.