Ομιλία στο 9ο Οικονομικό Συνέδριο στο Μόναχο

Για μια διαχείριση της κρίσης

Η μεγαλύτερη οικονομική κρίση από τον καιρό της Μεγάλης Ύφεσης του 1929 διαμόρφωσε ήδη μια παγκόσμια οικονομία πολύ διαφορετική εκείνης που υπήρχε κατά την έναρξή της. Το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα είναι πια ευάλωτο σε απρόσμενες εξελίξεις και αντικείμενο έντονης κριτικής. Υπό την αιγίδα των G20 χωρών είναι σε εξέλιξη η δημιουργία ενός παγκόσμιου εποπτικού πλαισίου των χρηματοοικονομικών συναλλαγών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) αποφάσισε στη Σύνοδο Κορυφής του Δεκεμβρίου 2009 σειρά από μέτρα για να προληφθούν μελλοντικά κρίσεις τέτοιας έκτασης. Επίκεντρό τους είναι η θεσμοθέτηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου. Κύρια αποστολή του είναι ο εντοπισμός, η παρακολούθηση και η αξιολόγηση πιθανών κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ε.Ε.

Οι κανόνες αυτοί αποτελούν το ελάχιστο αναγκαίο. Δεν επαρκούν όμως για να ελέγξουν και να επηρεάσουν τις εξελίξεις. Τα ζητήματα που έχει να αντιμετωπίσει η Ε.Ε. χρειάζονται μια διαφορετική προσέγγιση. Δεν είναι μόνο θέματα καθιέρωσης ελέγχων ή τελειοποίησής τους. Αφορά αυτόν καθεαυτό τον τρόπο λειτουργίας της Ένωσης. Θα αναφέρω για να τεκμηριώσω αυτόν τον ισχυρισμό μερικά παραδείγματα.

Στις αγορές διαφαίνονται ήδη νέες κερδοσκοπικές δυναμικές που θα οδηγήσουν και πάλι σε νέες στρεβλώσεις και κρίσεις. Οι τιμές των μετοχών αυξάνονται, ο χρυσός, το πετρέλαιο και πολλές πρώτες ύλες ακριβαίνουν, αδιαφανή χρηματοοικονομικά προϊόντα όπως δομημένα ομόλογα κυκλοφορούν και πάλι, κερδοσκοπικά παιχνίδια σε συνάλλαγμα, σε ασφάλιστρα κινδύνου, σε χρεόγραφα συνεχίζονται αμείωτα, τα κέρδη των χρηματοοικονομικών οργανισμών και των στελεχών τους πλησιάζουν τα επίπεδα προ της κρίσης. Η κάθε χώρα καλείται να αντιμετωπίσει τα φαινόμενα αυτά με δικές της ρυθμίσεις. Αδυνατεί όμως. Μεμονωμένα κράτη ακόμη και οι ΗΠΑ και η Μεγάλη Βρετανία, που επηρεάζουν ένα σημαντικό τμήμα των αγορών, δεν μπορούν να επιβάλλουν σε μια παγκοσμιοποιημένη αγορά τις δικές τους επιλογές. Σύνορα στις κρίσεις του χρηματοοικονομικού συστήματος δεν υπάρχουν πια. Η Ένωση οφείλει να διαδραματίσει ένα αποφασιστικό ρόλο ώστε τουλάχιστον στον ευρωπαϊκό χώρο να δοθούν ενιαίες απαντήσεις.

Ο Πρόεδρος Ομπάμα ανήγγειλε τον Ιανουάριο του 2010 μεταρρυθμίσεις στους κανόνες που διέπουν την τραπεζική δραστηριότητα, διατάξεις που ανταποκρίνονται, όπως είπε, στην κοινή λογική. Σύμφωνα με τις προτάσεις του καμια τράπεζα δεν θα πρέπει να είναι τόσο μεγάλη ώστε να μην είναι δυνατό να καταρρεύσει. Οι μεγάλες τράπεζες θα πρέπει να διασπαστούν σε μικρότερες. Καμια τράπεζα επίσης δεν θα πρέπει να διακινδυνεύει τα χρήματα των καταθετών σε επικίνδυνες χρηματοπιστωτικές συναλλαγές. Οι τράπεζες θα πρέπει να διαχωριστούν με σαφήνεια σε δύο κατηγορίες: σε εκείνες που δραστηριοποιούνται στην παραδοσιακή τραπεζική πρακτική, τη συγκέντρωση καταθέσεων και την παροχή πιστώσεων, και σε εκείνες που δραστηριοποιούνται στις αγορές κεφαλαίων για λογαριασμό τρίτων ή για ίδιο λογαριασμό.

Οι αρνητικές αντιδράσεις στους τραπεζικούς κύκλους ήταν έντονες τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. Το κύριο επιχείρημα κατά της ρύθμισης ήταν ότι οι μεγάλες τράπεζες δραστηριοποιούνται σε παγκόσμιο επίπεδο και διαφορετικοί κανόνες σε κάθε αγορά δεν είναι πια δυνατοί. Το επιχείρημα δεν είναι πειστικό. Είναι ανάγκη να αλλάξουν πολλά. Δεν είναι επιτρεπτό, όπως συνέβη στην κρίση, το κράτος να διασώζει χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που στοιχημάτιζαν σε επικίνδυνα και πολύπλοκα κερδοσκοπικά παιχνίδια αδιαφορώντας για τις γενικότερες οικονομικές επιπτώσεις. Ούτε είναι αποδεκτή η επιβάρυνση του κοινωνικού συνόλου με τις ζημιές των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων χωρίς λογοδοσία των υπευθύνων. Είναι αναγκαία η εφαρμογή ρυθμίσεων που υπηρετούν την οικονομική και κοινωνική εξέλιξη μιας χώρας. Το δίδαγμα της κρίσης για το μέλλον δεν μπορεί να είναι η αρχή «business as usual». Μια Ευρωπαϊκή λύση είναι επιτακτική.

Στις αρχές Φεβρουαρίου τα επιτόκια δανεισμού των χωρών του νότου της Ένωσης, Ελλάδας, Ισπανίας και Πορτογαλίας αυξήθηκαν θεαματικά. Τα κράτη αυτά έχουν όλα υπερβολικά δημόσια ελλείμματα και υψηλά δημόσια χρέη. Έχουν γι’ αυτό εμφανείς δυσκολίες να δανειστούν. Οι αγορές επιδιώκουν να εξασφαλιστούν με το να εγγυηθεί η Ένωση την εξόφληση των συναπτομένων νέων δανείων για να περιοριστούν οι κίνδυνοι των δανειστών. Στις επανειλημμένες δηλώσεις των υπευθύνων της Ένωσης, ότι δεν πρόκειται να στηρίξουν τις χώρες αυτές, διότι κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό στα πλαίσια της ΟΝΕ, οι αγορές αντέδρασαν με νέες αυξήσεις των επιτοκίων και των ασφαλίστρων κινδύνου αλλά και δημιουργώντας ατμόσφαιρα κρίσης. Η αξία του ευρώ κλονίστηκε και μεγάλωσε έτσι η πίεση στην Ένωση να αντιδράσει.

Το ελληνικό πρόβλημα, όπως χαρακτήρισε ο τύπος σε όλο τον κόσμο το ζήτημα που καλείτο η Ένωση να αντιμετωπίσει, επανέφερε στο προσκήνιο τις αδυναμίες που χαρακτήρισαν τη λειτουργία της ΟΝΕ. Η ΟΝΕ οδήγησε σε μια «νομισματική ενοποίηση» με αυστηρούς κανόνες για την προστασία του κοινού νομίσματος, αλλά σε χαλαρές ή ανύπαρκτες ρυθμίσεις για την «οικονομική ενοποίηση», είναι εν μέρει μόνο οικονομική ένωση. Ενίσχυσε αρχικά την οικονομική σύγκλιση των μελών της, αλλά αργότερα βαθμιαία μεγάλωσε το χάσμα μεταξύ του βορά και του νότου της Ένωσης λόγω των διαφορετικών επιπέδων ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας. Στο νότο αυξήθηκαν υπέρμετρα τα ελλείμματα του εμπορικού ισοζυγίου. Μηχανισμοί δημοσιονομικών μεταβιβάσεων μεταξύ των χωρών υπέρ των ανταγωνιστικά αδύναμων που ωστόσο στήριζαν τα έσοδα των ανταγωνιστικά ισχυρών δεν προβλέπονταν στην Ένωση. Οι αρνητικές επιπτώσεις έπρεπε εντούτοις να είναι ελέγξιμες.

Η οικονομική υστέρηση του Νότου συγκαλύφθηκε από το ευρώ. Όταν υπήρχαν τα εθνικά νομίσματα η πτώση της αξίας τους λόγω ελλειμμάτων ήταν ένα ισχυρό σήμα κινδύνου. Τέτοιο σήμα κινδύνου δεν υπάρχει πια. Αντίθετα η ευφορία της χωρίς αναστολές δυνατότητας δανεισμού οδήγησε το Νότο στη διόγκωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και σε σοβαρές δημοσιονομικές ανισορροπίες. Οι χώρες του Βορά επισήμαναν τότε ότι για τις δυσκολίες αυτές δεν ευθύνονται οι ίδιες. Δεν είναι υποχρεωμένες να παρέμβουν και ούτε μπορούν. Η Συνθήκη της ΟΝΕ υπογράμμισαν έχει καθιερώσει τον κανόνα της μη διάσωσης χώρας μέλους από τα άλλα μέλη σε περίπτωση κρίσεως. Ο κανόνας αυτό εξασφαλίζει την αυστηρή πειθαρχία στις συμφωνημένες αρχές της ΟΝΕ και γι’ αυτό δεν μπορεί να ανατραπεί.

Η κρίση αποδείχτηκε όμως ισχυρότερη από τον κανόνα. Εξελίχθηκε σε αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του κανόνα και σε απώλεια αξιοπιστίας του ευρώ. Επέβαλε στην Ένωση την αναζήτηση μηχανισμού αντιμετώπισης κρίσεων και την αλληλεγγύη που δίσταζε αρχικά να επιδείξει. Η παγκοσμιοποιημένη χρηματοπιστωτική αγορά αναίρεσε τον προστατευτικό μηχανισμό που είχε προβλεφθεί για να μην επεκτείνεται η κρίση ενός κράτους της ΟΝΕ στα άλλα κράτη και μετέφερε την κρίση των αδυνάτων στους ισχυρούς. Στην περίπτωση της Ελλάδας αρχικά η Ευρωζώνη επιδίωξε με πολιτικές δηλώσεις να στηρίξει την αξιοπιστία της Ελλάδας. Οι δηλώσεις αυτές δεν ήρκεσαν για να εξασφαλίσουν τη δανειακή της αξιοπιστία. Τελικά συμφωνήθηκε και ολοκληρώθηκε τέλη Απριλίου ο μηχανισμός στήριξης για την αντιμετώπιση της κρίσης. Τα μέλη της ΟΝΕ μαζί με το ΔΝΤ θα θέτουν στην διάθεση ενός κράτους μέλους πιστώσεις εάν αυτό δεν είναι σε θέση να διασφαλίσει τον αναγκαίο δανεισμό από τις αγορές. Τα μέλη της ΟΝΕ θα χορηγούν τις πιστώσεις σε διμερή βάση αφού αποφασίσουν σχετικά από κοινού. Το επιτόκιο θα είναι για την περίπτωση της Ελλάδας γύρω στο 5%. Ο τύπος σχολίασε τις εξελίξεις επαναλαμβάνοντας με διαφορετικούς τρόπους το ίδιο μοτίβο. Η διατύπωση του αγγλικού περιοδικού Economist ήταν η εξής: «Η ελληνική κρίση απλώς επιβεβαιώνει την παράνοια να ενώνεις μία ομάδα ετερόκλητων χωρών σε μία νομισματική ζώνη χωρίς κανένα μηχανισμό, όπως μια κεντρική δημοσιονομική αρχή, για την αντιμετώπιση των εσωτερικών ανισορροπιών».

Η κρίση αυτή ήταν εξαιρετικά αρνητική για την προοπτική του ευρώ να αποτελέσει ένα διεθνές αποθεματικό νόμισμα που ανταγωνίζεται το δολάριο. Η Ένωση θεωρεί σωστά τη χρήση του ευρώ ως αποθεματικού νομίσματος, εξέλιξη που συμβάλλει στη σταθερότητά του. Την επιδιώκει. Χωρίς συγκεκριμένη οικονομική πολιτική, χωρίς οικονομική διακυβέρνηση η πορεία του εγχειρήματος δεν θα έχει σταθερότητα και συνέπεια. Το ισχυρό ευρώ απαιτεί τον περιορισμό των εθνικών αυτονομιών στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής. Χωρίς πρόοδο προς την οικονομική και πολιτική ενοποίηση η ΟΝΕ δεν θα διαθέτει ιδέες και μέσα για να αντιμετωπίζει τις παγκόσμιες εξελίξεις, να έχει λόγο στο διεθνή διάλογο, να παίζει ρόλο στη διαμόρφωση της επιθυμητής τάξης πραγμάτων.

Κρίσιμο είναι σήμερα το ερώτημα σε ποια στιγμή θα πρέπει να υπάρξει αλλαγή της πολιτικής που απέτυχε να αντιμετωπίσει την κρίση. Σε όλες τις χώρες χορηγήθηκαν πρωτόγνωρα ποσά για τη στήριξη του τραπεζικού συστήματος, μειώθηκαν τα επιτόκια στο επίπεδο του 0% περίπου, αυξήθηκε κατά πολύ η ρευστότητα με κρατικές εγγυήσεις και χρηματοδοτήθηκαν επιχειρήσεις. Αποτέλεσμα ήταν η αύξηση των δημοσίων ελλειμμάτων σε επίπεδα που ξεπερνούν κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπτό όριο του Συμφώνου Σταθερότητας.

Ορισμένοι πιστεύουν, ότι όσο εξακολουθούν οι επιπτώσεις της κρίσης με κλείσιμο επιχειρήσεων και αύξηση της ανεργίας θα πρέπει να συνεχιστεί η διάθεση πόρων από τον κρατικό προϋπολογισμό για την αναθέρμανση της οικονομίας. Άλλοι όμως θεωρούν, ότι η συνέχιση των κρατικών χρηματοδοτήσεων συνεπάγεται κίνδυνο πληθωρισμού, σπατάλη πόρων και επιβάρυνση των κρατικών προϋπολογισμών με πρόσθετο κόστος υψηλού δανεισμού.

Το τι πρέπει να γίνει διαφέρει από χώρα σε χώρα. Εκεί όπου τα συμπτώματα της κρίσης συνεχίζονται η κρατική παρέμβαση είναι αναγκαία. Εάν όμως τα ελλείμματα έχουν ξεπεράσει το επίπεδο, στο οποίο το κράτος μπορεί να εξασφαλίσει σε λογικό κόστος χρηματοδότηση χρειάζεται αλλαγή πολιτικής και δημοσιονομική σταθεροποίηση. Στη ζώνη του ευρώ υπάρχουν περιπτώσεις χωρών όπου απαιτείται συνέχιση της κρατικής παρέμβασης και χώρες όπου τα δημοσιονομικά ελλείμματα έχουν φτάσει ένα προβληματικό επίπεδο. Η σταθερότητα του νομίσματος και οι προοπτικές ανάπτυξης της Ένωσης επηρεάζονται αρνητικά και στις δύο περιπτώσεις όταν δεν υπάρχει κοινό πλαίσιο πολιτικής. Χρειάζεται μια πολιτική που θα συμβιβάζει τις διαφορετικές ανάγκες και βελτιώνει τη συνοχή της Ένωσης. Τέτοια πολιτική δεν έχει διαμορφωθεί και δεν πρόκειται να υπάρξει όσο δεν έχει θεσμοθετηθεί οικονομική διακυβέρνηση. Μόνο με οικονομική διακυβέρνηση είναι δυνατό να αντιμετωπιστούν οι ανισορροπίες και ιδίως οι διαφορές μεταξύ του Βορά και του Νότου της Ένωσης.
Οι εκτιμήσεις των διεθνών οργανισμών συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι με την υποχώρηση της κρίσης θα αρχίσει περίοδος οικονομικής ανάπτυξης με ρυθμό χαμηλότερο εκείνου που υπήρχε πριν την κρίση. Λόγω της υπάρχουσας αβεβαιότητας νέες επενδύσεις θα πραγματοποιούνται με βραδείς ρυθμούς. Η ανεργία θα παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Η άνοδος των επιτοκίων, η αναπόφευκτη περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, αναγκαίο αντιστάθμισμα των πολύ μεγάλων κρατικών επιχορηγήσεων για την αντιμετώπιση της κρίσης, και τέλος η πτώση της κατανάλωσης θα κρατήσουν υποτονική την οικονομική δραστηριότητα. Σε παγκόσμιο επίπεδο δεν θα υπάρξει εκείνη η ζήτηση που θα συντείνει σε μια γρήγορη ανάπτυξη. Οι αμερικανοί και οι ευρωπαίοι καταναλωτές λόγω της μεγάλης δανειακής επιβάρυνσης των νοικοκυριών θα περιορίσουν τις δαπάνες τους. Υπολογίζεται ότι στις αναπτυγμένες χώρες θα απαιτηθούν δύο ως τρία χρόνια για να αναπληρωθούν οι υποχωρήσεις των ρυθμών ανάπτυξης που προκάλεσε η κρίση. Στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, οι οποίες είχαν ήδη οικονομικά προβλήματα πριν την κρίση, προβλέπεται ότι τα διάστημα αυτό μπορεί να ξεπεράσει τα πέντε χρόνια. Αρνητικά θα επιδρούν σε όλες τις χώρες η μείωση των φορολογικών εσόδων, η απορρόφηση πόρων για την πληρωμή των τόκων του δημοσίου χρέους, η αναγκαστική καθήλωση των μισθών και οι κοινωνικές συγκρούσεις που θα προκληθούν από τις κυβερνητικές πολιτικές σταθεροποίησης. Η ύπαρξη μιας κοινής ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής θα βοηθούσε να ξεπεραστούν οι επιπτώσεις με ταχύτερους ρυθμούς. Όμως τουλάχιστον μέχρι σήμερα είναι αμφίβολο αν θα υπάρξει μια τέτοια πολιτική.

Η επιδίωξη σταθερής ανάπτυξης επιβάλλει τη στροφή του χρηματοπιστωτικού συστήματος προς την ενίσχυση της πραγματικής οικονομίας. Πρακτικές, που ευνοούσαν το γρήγορο και εύκολο κέρδος, οι τεράστιες αμοιβές των διοικούντων, τα μπόνους των traders, οι αδιαφανείς τιτλοποιήσεις διαφορετικής αξίας απαιτήσεων, τα χρηματιστηριακά στοιχήματα, το short selling, τα δομημένα ομόλογα θα πρέπει να περιοριστούν δραστικά. Στόχος πρέπει να είναι η αύξηση των μακροπρόθεσμων επενδύσεων, η υποβοήθηση της παραγωγικής δραστηριότητας, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, η δημιουργία θέσεων εργασίας.

Όλα αυτά μοιάζουν σήμερα ανέφικτα. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα με την επέκταση που γνώρισε έχει υποσκάψει τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις. Ισχύουν τώρα νέα κριτήρια για την αξιοποίηση των κεφαλαίων. Καθοριστική δεν είναι η μακροπρόθεσμη αποδοτικότητα αλλά η ταχύτατη υψηλή κερδοφορία. Μια τέτοια κερδοφορία εξασφαλίζεται με χρηματιστηριακές τοποθετήσεις και κερδοσκοπία στις αγορές και όχι με επενδύσεις για αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας μιας επιχείρησης. Η επιζήτηση του άμεσου κέρδους έχει καθιερώσει μια κοντόφθαλμη άποψη για το τι είναι επωφελές. Αποστρέφει τους επενδυτές από την ενασχόληση με την παραγωγή και επιβραβεύει την απληστία σε χρηματοοικονομικές συναλλαγές. Η πρόσφατη κρίση είναι απόρροια της μεταμόρφωσης αυτής του καπιταλισμού. Για να ενισχύσουμε τις παραγωγικές δραστηριότητες και να αποφύγουμε μια νέα κρίση χρειάζεται μια σημαντική παρέμβαση, που θα αποκαταστήσει και πάλι την προτεραιότητα των παραγωγικών επενδύσεων, τη δημιουργία απασχόλησης, την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού τη διάδοση της γνώσης και την οικολογική ισορροπία του πλανήτη. Οι ρυθμίσεις εποπτείας για να αποφευχθούν υπερβολές, απάτες και κερδοσκοπικά παιχνίδια στο χρηματοπιστωτικό τομέα είναι επίσης αναγκαίες, αλλά δεν αρκούν. Χρειάζεται ένα σημαντικό βήμα στην κατεύθυνση της ανάπτυξης.

Ο σημερινός τρόπος λειτουργίας της Ένωσης δεν διευκολύνει την παρέμβαση που απαιτείται. Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης προσανατολίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην επίτευξη της νομισματικής σταθερότητας. Δεν αποδίδει στην ανάπτυξη τη σημασία που έχει για την εξασφάλιση καλύτερων βιοτικών συνθηκών, περισσότερης απασχόλησης και επέκτασης των δυνατοτήτων προόδου. Στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας θα πρέπει να αναλαμβάνονται από τα κράτη μέλη συγκεκριμένες υποχρεώσεις για προώθηση επενδύσεων, επέκταση της κοινωνίας της γνώσης, μεταρρυθμίσεις στη διοίκηση, βελτίωση των συστημάτων κοινωνικής στήριξης. Η ανταπόκριση στους στόχους να αξιολογείται σε τακτά διαστήματα, τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων να δημοσιοποιούνται και να καθορίζουν και τις χρηματοδοτήσεις προς τα κράτη μέλη.

Κράτη μέλη που πράγματι στρέφουν τις δαπάνες τους στην επίτευξη υψηλοτέρων ρυθμών ανάπτυξης και εφαρμόζουν ταυτόχρονα προγράμματα εξυγίανσης των δαπανών τους θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ξεπερνούν το όριο του 3% του ΑΕΠ για το δημοσιονομικό έλλειμμα. Η επιλογή που έχουμε είναι μεταξύ μιας υποτονικής ανάπτυξης που περιορίζει τις δυνατότητες των πολλών για καλύτερη ζωή και συνεχών επενδύσεων για την εξασφάλιση ενός μόνιμου παραγωγικού περιβάλλοντος με καλύτερες πιθανότητες απασχόλησης και εισοδήματος. Η δεύτερη αυτή επιλογή απαιτεί συνέπεια στην επιδίωξη των στόχων και πειθαρχία στη διαχείριση των πόρων ώστε να μην επηρεάζονται από τους εκλογικούς κύκλους και τις πελατειακές πρακτικές.

Πέρα από την επενδυτική προσπάθεια των κρατών μελών χρειάζεται ένα επενδυτικό πρόγραμμα πλαίσιο για το σύνολο της Ένωσης. Επενδύσεις χρειάζονται στις υποδομές μεταφορών και τηλεπικοινωνιών, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην έρευνα, στη συνεργασία των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων κλπ.

Είναι γνωστό, ότι οι πόροι του προϋπολογισμού της Ένωσης δεν αρκούν για τέτοιες πρωτοβουλίες. Οι δυνατότητες αύξησης της συνεισφοράς των κρατών μελών είναι περιορισμένες. Η Ένωση πρέπει να εξετάσει τη σκοπιμότητα δανεισμού της με την έκδοση ευρωπαϊκών ομολόγων για την πραγματοποίηση επενδύσεων αλλά και τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που υποβοηθούν την ανάπτυξη και την απασχόληση.

Θα κλείσω την αναφορά μου στις συνέπειες της έλλειψης οικονομικής διακυβέρνησης με την υπενθύμιση μιας άτυπης συνεδρίασης του ECOFIN στις 12 και 13 Σεπτεμβρίου στη Νίκαια. Η συνεδρίαση αυτή πραγματοποιήθηκε όταν η κρίση είχε ήδη εκδηλωθεί, δύο μέρες πριν την πτώχευση της Lehman Brothers στις 15 Σεπτεμβρίου, ημερομηνία όπου η επερχόμενη καταστροφή έγινε ορατή ακόμη και στους πιο αδαείς. Οι υπουργοί Οικονομικών της Ένωσης και οι εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας συναντήθηκαν για να διαπιστώσουν αν υπάρχει κρίση, σε ποια έκταση και ποια μέτρα θα ληφθούν για την αντιμετώπισή της. Οι συμμετέχοντες αποφάνθηκαν ότι τα στοιχεία που δείχνουν υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας στην Ένωση δεν δικαιολογούν την άποψη ότι υπάρχει κρίση. Συμφώνησαν επίσης ότι δεν χρειάζεται ένα ευρωπαϊκό σχέδιο παρέμβασης για την ανάκαμψη της οικονομίας. Θα πρέπει, δήλωσαν, «να αφεθούν να δράσουν οι αυτόματοι σταθεροποιητές». Η χώρα που θα κρίνει αναγκαίο να λάβει μέτρα στήριξης θα μπορεί να το κάνει τηρώντας όμως αυστηρά τους περιορισμούς του Συμφώνου Σταθερότητας. Ο έλεγχος των παρεκτροπών στις χρηματοπιστωτικές αγορές, τέλος, θα πρέπει να ασκείται από τους αρμόδιους οργανισμούς κάθε κράτους και όχι από την Ένωση. Η στάση αυτή του ECOFIN έδειξε ότι οι υπουργοί δεν ήταν σε θέση να αποφασίσουν επί του πρακτέου. Δεν είχαν την βούληση να κάνουν το αναγκαίο βήμα για μια κοινή πολιτική.

Η Ένωση αφού καθυστέρησε να αποδεχθεί την ύπαρξη κρίσης ακολούθησε ένα ρόλο συντονιστή διαφόρων πρωτοβουλιών των κρατών μελών και όχι πρωταγωνιστή στη λήψη μέτρων. Η Ένωση διαθέτει ένα θεσμικά κατοχυρωμένο με αναμφισβήτητο κύρος όργανο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για να διαμορφώνει τη νομισματική πολιτική της και να παρακολουθεί τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Διαθέτει επίσης ένα πλαίσιο πολιτικής, το Σύμφωνο Σταθερότητας, που καθορίζει τις βασικές αρχές για την εξασφάλιση οικονομικής σταθερότητας. Δεν έχει όμως την ευχέρεια και να προσδιορίσει και να εφαρμόσει ούτε μια κοινή οικονομική ούτε μια αναπτυξιακή πολιτική.

Το σημαντικότερο εμπόδιο για την ύπαρξη μιας κοινής οικονομικής διακυβέρνησης είναι η αρχή της διακυβερνητικής συνεργασίας. Αναγκάζει τα όργανα να περιμένουν μια αργόσυρτη διακρατική συνεννόηση που σκοντάφτει συχνά πυκνά στα συμφέροντα των κυριοτέρων κρατών μελών. Η Ένωση δεν μπόρεσε για παράδειγμα να αποκτήσει ενιαίες κατευθύνσεις σε θέματα φορολογίας, διότι η Μεγάλη Βρετανία έχει μόνιμη αντίρρηση. Στις δυσκολίες αυτές προστέθηκε από το 2004 και μετά η αρνητική στάση της πλειοψηφίας των κυβερνήσεων στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Ήταν αντίθετες σε πρωτοβουλίες που θα ενίσχυαν τα όργανα της Ένωσης και θα επέκτειναν τις αρμοδιότητές τους. Ήθελαν να υπάρξει μία ανάπαυλα στις ενοποιητικές διαδικασίες και να σταματήσει η κινητικότητα που χαρακτήριζε την προηγούμενη δεκαετία στην Ένωση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ταυτίστηκε με αυτή την άποψη.

Οι εξελίξεις έθεσαν στην Ένωση επιτακτικά ένα πολιτικό δίλημμα. Θα αποδεχτεί την αναγκαιότητα μιας οικονομικής διακυβέρνησης ή θα αρκεστεί να είναι διεκπεραιωτής πολιτικών που προέκυψαν από πολύπλοκες διαδικασίες συνεννόησης και συμβιβασμών. Από την απάντησή της θα εξαρτηθεί αν θα αποκτήσει ή όχι τη δυνατότητα να παίξει παγκόσμια πρωταγωνιστικό ρόλο.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Van Rompuy πρότεινε τον Φεβρουάριο του 2010 στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να συμφωνήσει σε μια κοινή διαδικασία για τη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την ανάπτυξη και την απασχόληση. «Το σημαντικό, τόνισε, είναι να προσδιορίσουμε το πώς θα υλοποιούμε τις αποφάσεις μας. Η διακυβέρνηση αποτελεί το κλειδί».
Οι αρχηγοί κρατών και πρωθυπουργοί της ευρωζώνης έκαναν σ’ αυτό το πνεύμα στις 25 Μαρτίου μια κοινή δήλωση όπου υπογραμμίζουν την αποφασιστικότητά τους για την προώθηση «ενός ισχυρού συντονισμού των οικονομικών πολιτικών στην Ευρώπη». Για τον σκοπό αυτό θεωρούν ότι «το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο πρέπει να βελτιώσει την διακυβέρνηση της οικονομικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Αβέβαιο παραμένει εντούτοις τι επιδιώκεται συγκεκριμένα. Πρόκειται για μια ουσιαστική εναρμόνιση της οικονομικής πολιτικής ή απλώς για ένα νέο ζήτημα με το οποίο πρέπει να καταπιαστούν οι αρχηγοί των 27 κρατών-μελών;

Η Καγκελάριος Άγγελα Μέρκελ έχει ήδη δηλώσει στα μέσα Φεβρουαρίου, «εμείς, (το Συμβούλιο), αποτελούμε την οικονομική διακυβέρνηση» που σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λισαβώνας θα πρέπει να δώσει στην Ένωση «τις αναγκαίες παροτρύνσεις για την ανάπτυξή της». Η πρόοδος θα ήταν μηδαμινή, αν ερμηνευθεί ο όρος «οικονομική διακυβέρνηση» κατ’ αυτό τον περιοριστικό τρόπο. Αναγκαία είναι η επέκταση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης ώστε να είναι σε θέση να αποφασίζει όχι μόνο ζητήματα νομισματικής πολιτικής αλλά και να καθορίζει τους βασικούς κανόνες της δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής καθώς και το μακροοικονομικό πλαίσιο.

Εξίσου αναγκαίο και τουλάχιστον ισοδύναμης σημασίας είναι ακόμη ένα βήμα: Η πραγματική δυνατότητα άσκησης του συντονισμού της οικονομικής πολιτικής που δεν θα ματαιώνεται στην πράξη από τις ενστάσεις κάποιου κράτους-μέλους. Αυθεντική διακυβερνητική συνεργασία θα μπορεί να επιτελεσθεί μόνο αν δεν υποκύπτει στις μέχρι σήμερα μακρόσυρτες διαδικασίες διαβούλευσης και απόφασης. Διαφορετικά η Ένωση θα σύρεται από κρίση σε κρίση, θα σκοντάφτει σε εμπόδια και επιπλοκές που θα συνδέονται με την αδυναμία των κρατών-μελών ν’ αντιδράσουν.

Η οικονομική διακυβέρνηση μπορεί να επιδιωχθεί είτε στο πλαίσιο της ΟΝΕ είτε μέσω μιας «ενισχυμένης συνεργασίας» στην οποία θα συμμετέχουν όσοι το επιθυμούν. Η μορφή αυτή συνεργασίας προβλέπεται ήδη από τη Συνθήκη. Είναι ο προτεινόμενος τρόπος για όσα κράτη θέλουν και επιδιώκουν στους κόλπους της Ένωσης να συνεργαστούν για την επέκταση των πεδίων δράσης της χωρίς να απαιτείται η τροποποίηση της Συνθήκης. Πολλοί σχολιαστές των τελευταίων εξελίξεων στην Ένωση έχουν προτείνει αυτό το δρόμο. Κοινή τους διαπίστωση είναι ότι «έξοδος από την κρίση σημαίνει πορεία προς τα εμπρός» προς την οικονομική διακυβέρνηση και την πολιτική ενοποίηση. Αυτό το στόχο θα πρέπει να επιδιώξουμε με σοβαρότητα και επιμονή.