Άρθρο στην εφημερίδα ΕΘΝΟΣ με τίτλο «Ποιός φταίει για την κρίση;»

Ο κ. Καραμανλής αντιμέτωπος με τη συνεχή χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασης επικαλέσθηκε δύο αιτίες για να δικαιολογήσει την οικονομική αποτυχία της κυβέρνησης, η πρώτη είναι η κατάσταση που του παρέδωσε το ΠΑΣΟΚ, η δεύτερη η διεθνής κρίση.

Η πρώτη αιτία που επικαλείται δεν ευσταθεί. Το ΠΑΣΟΚ του παρέδωσε, αντίθετα από τους ισχυρισμούς του, μια οικονομία με εντυπωσιακές επιδόσεις. Οι εκθέσεις των διεθνών οργανισμών το επιβεβαιώνουν. Οι αριθμοί είναι ανιαροί αλλά πολύ εύγλωττοι.

Εξετάζοντας τα κύρια οικονομικά μεγέθη από το 1980 και μετά διαπιστώνουμε ότι : ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν το 2003 5,58% του ΑΕΠ, ο υψηλότερος που είχε πραγματοποιηθεί από το 1980. Η Ν.Δ. δεν πραγματοποίησε σε καμιά χρονιά της διακυβέρνησής της ρυθμό 5% του ΑΕΠ όπως είχε υποσχεθεί. Το 2008 ο ρυθμός έπεσε σε ποσοστό 2,93% του ΑΕΠ.

Η βελτίωση της παραγωγικότητας ήταν το 2003 4,52% του ΑΕΠ σε σταθερές τιμές, η υψηλότερη από το 1980. Η Ν.Δ. δεν πραγματοποίησε σε καμιά χρονιά της διακυβέρνησής της ανάλογο ρυθμό. Το 2008 ο ρυθμός είχε πέσει στο 1,70%

Ο ρυθμός αύξησης των παγίων επενδύσεων, δημοσίων και ιδιωτικών, ήταν το 2003 13,19%, ο υψηλότερος από το 1980. Το 2008 δεν υπήρχε αύξηση αλλά συρρίκνωση των επενδύσεων κατά- 11,54 %.

Ο πληθωρισμός ήταν το 1980 24,87%, το 1996 8,19% το 2003 3,53%. Η πρόοδος είναι φανερή. Χάρη στην ένταξη στην ΟΝΕ η Ελλάδα γνώρισε εποχή χαμηλού πληθωρισμού. Το 2008 ήταν 4,15%, ο υψηλότερος από το 1998.

Το δημοσιονομικό έλλειμμα το 1993 όταν παρέλαβε το ΠΑΣΟΚ την κυβέρνηση από τη Ν.Δ. ήταν 12,20% του ΑΕΠ. Το μείωσε αισθητά. Σύμφωνα με την απογραφή της Ν.Δ. ήταν 5,68% το 2003. Το 2008 είχε φτάσει στο 5,02% παρά τις συνεχείς υποσχέσεις ότι δεν θα υπερβεί το 3%.

Το δημόσιο χρέος ήταν το 2003 97,85% του ΑΕΠ. Το ΠΑΣΟΚ το είχε παραλάβει το 1993 στο 101,60%. Το 2008 ήταν στο 97,63% παρ’ όλες τις συνεχείς καταγγελίες για τα υπέρογκα χρέη του ΠΑΣΟΚ που δήθεν μείωσε η Ν.Δ.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών ήταν το 2003 6,58% του ΑΕΠ. Το 2008 έφτασε στο πρωτόγνωρο ύψος του 14,47% του ΑΕΠ. Αν δεν υπήρχε το ευρώ το ελληνικό νόμισμα θα είχε υποτιμηθεί.

Η Ν.Δ. επικαλείται πολλές φορές ως τελευταίο έτος διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ το 2004. Ξεχνά σκοπίμως ότι ανέλαβε την εξουσία το Μάρτη του 2004 και οι δικές της ενέργειες καθόρισαν αποκλειστικά τα αποτελέσματα του χρόνου αυτού.

Οι εντυπωσιακές οικονομικές επιδόσεις οφείλονται στη σημαντική στροφή προς πολιτικές με προσανατολισμό την ανάπτυξη με σταθερότητα. Οι διαρθρωτικές αλλαγές επιδιώχθηκαν πιο σθεναρά. Ο στόχος που έθεσε η κυβέρνηση, να ενταχθεί η χώρα στην ΟΝΕ και να υιοθετήσει το ευρώ το αργότερο την πρώτη Ιανουαρίου του 2001, συνέβαλε στην αύξηση της εμπιστοσύνης των επιχειρήσεων και των καταναλωτών και έτσι, στη διεύρυνση των επενδύσεων, οι οποίες ενίσχυσαν την οικονομική ανάπτυξη.

Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) σε Έκθεσή του το 2007 μιλά για «θεαματική αναπτυξιακή επίδοση». Αναφέρει ως αιτίες την απελευθέρωση των αγορών των προϊόντων μεταξύ 1998 και 2003 και την απελευθέρωση της χρηματοπιστωτικής αγοράς με την κατάργηση των περιορισμών στη χορήγηση δανείων από το 1995 και μετά. Επισημαίνει ότι η ένταξη στην ΟΝΕ μείωσε δραστικά τα έξοδα δανεισμού και αύξησε σημαντικά την εμπιστοσύνη προς την Ελλάδα. Αναφέρει ως παράδειγμα ότι, ενώ άλλοτε η Ελλάδα κατέβαλε κατά 4-7% υψηλότερο επιτόκιο απ’ ότι η Γερμανία για να δανεισθεί, η διαφορά αυτή περιορίστηκε στο 0,3%. Οι εξαγωγές προς τις χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης τριπλασιάστηκαν μεταξύ των αρχών της δεκαετίας του 1990 και της περιόδου μετά το 2000. Οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης οδήγησαν σε υψηλή μετανάστευση προς την Ελλάδα και έτσι στην κάλυψη των αναγκών σε εργατικό δυναμικό. Τέλος και οι Ολυμπιακοί Αγώνες βοήθησαν στην αναβάθμιση της χώρας ως τουριστικού προορισμού. Ο ΟΟΣΑ σε άλλη έκθεσή του επισημαίνει ότι στην Ελλάδα από το 1996 και μετά μειώθηκαν οι κοινωνικές ανισότητες και περιορίσθηκε ο αριθμός των φτωχών. Η Ελλάδα μάλιστα εκείνης της περιόδου, η Αγγλία και το Μεξικό ήταν οι μόνες χώρες στις οποίες υπήρξε μια τέτοια θετική εξέλιξη τα τελευταία 25 χρόνια.

Όλα τα παραπάνω στοιχεία δείχνουν ότι για τη σημερινή κρίση στη χώρα δεν ευθύνεται η οικονομική κατάσταση που παρέλαβε η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Η Ελλάδα βρισκόταν το τέλος του 2003 σε καλύτερη κατάσταση από ποτέ άλλοτε. Η Ελλάδα, βέβαια, είχε και χρόνια προβλήματα, τη μειωμένη ανταγωνιστικότητα, το χαμηλό επίπεδο τεχνολογίας, την υστέρηση στην παιδεία και στην έρευνα σε σχέση με τις άλλες αναπτυγμένες χώρες, την περιορισμένη ικανότητα και αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης. Η Νέα Δημοκρατία θα έπρεπε να έχει αφιερώσει την προσοχή της σ’ αυτά τα προβλήματα και να αξιοποιήσει τις μέχρι τότε αξιοσημείωτες επιδόσεις της Ελλάδας για να βελτιώσει τη θέση της χώρας ακόμη περισσότερο. Παρ’ όλα αυτά από το 2003 μέχρι το 2008 η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας στην παγκόσμια κατάταξη του World Economic Forum έπεσε από την 35η στην 65η θέση ενώ ο δείκτης της ικανότητάς της να ενσωματώνει νέες τεχνολογίες κατρακύλησε από την 32η θέση στην 54η.

Η Νέα Δημοκρατία δεν ασχολήθηκε με τα προβλήματα του τόπου, αντιθέτως ασχολήθηκε με το να δυσφημίσει την προηγούμενη κυβέρνηση με την απογραφή και τη συνεχή ενασχόληση με το παρελθόν. Κατασπατάλησε τις δυνατότητες και τα μέσα που υπήρχαν για να ενισχύσει την κομματική της εξουσία και να ικανοποιήσει τα πελατειακά της δίκτυα. Πέτυχε έτσι να επαναφέρει μία κατάσταση στην οποία οι συντεχνίες είναι πιο ισχυρές, η ανομία πιο εκτεταμένη, οι ανισότητες πιο μεγάλες, η κοινωνική συνοχή παρουσιάζει ρωγμές και η αίσθηση της αδυναμίας, της ανικανότητας, της αδιαφορίας του κράτους και των πολιτικών δυνάμεων κυρίαρχη.

Οι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι σε περίπτωση ευρύτερης οικονομικής κρίσης ισχύει ένας πάγιος κανόνας. Σε χώρες που παρουσιάζουν διαρθρωτικά προβλήματα, όπως η Ελλάδα, η ύφεση που προκαλείται από τη κρίση διαρκεί περισσότερο και είναι πιο έντονη. Η Νέα Δημοκρατία δεν θα μπορούσε βέβαια να είχε αποτρέψει τη παγκόσμια κρίση, όμως έκανε χωρίς περίσκεψη και με περισσή επιπολαιότητα το κάθε τι δυνατό ώστε να χειροτερέψει τις επιπτώσεις της κρίσης στη χώρα, να μεγεθύνει τα προβλήματά της και να επιτείνει την υστέρησή της.