Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου του Προέδρου Γλαύκου Κληρίδη

Ο Πρόεδρος Κληρίδης αναφέρει στον πρόλογο του βιβλίου του το στόχο του.  Θέλει να δώσει μια τεκμηριωμένη ανάλυση των «δυσχερειών που αντιμετώπισε η Κύπρος, εξαιτίας του κυπριακού προβλήματος, στην πορεία της για την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση» και μετά.  Πρόθεσή του είναι μέσα από την εξιστόρηση των γεγονότων της περιόδου 1993-2003 να «καταστήσει με σαφήνεια, αντιληπτές τις περιοριστικές συνθήκες που καθιστούν ανέφικτη μια απόλυτη δίκαιη λύση του κυπριακού προβλήματος, όπως η ελληνοκυπριακή πλευρά, η πραγματικά αδικημένη, την εννοεί».  Το βιβλίο λοιπόν είναι μια σύντομη ιστορία του κυπριακού προβλήματος κατά την εποχή της ένταξης της Κύπρου στην Ένωση γραμμένο από έναν από τους πρωταγωνιστές των εξελίξεων, τον Πρόεδρο της Κύπρου από το 1993 έως το 2003.  Θέτει το πλαίσιο για να διερευνήσουμε το ερώτημα «τι κάνουμε σήμερα».

Προτού έρθω στο ερώτημα αυτό θέλω να τονίσω, ότι ο Πρόεδρος Κληρίδης έχει επιτύχει να δώσει μια ακριβή απεικόνιση των γεγονότων χωρίς περιττές λεπτομέρειες, χωρίς ερμηνείες, χωρίς κρίσεις για πρόσωπα και συμπεριφορές που θα προσέδιδαν μια έντονη υποκειμενικότητα στην εξιστόρηση.  Μιλούν τόσο οι αναφορές στα όσα συνέβησαν όσο και η σιωπή του για τα όσα δεν συνέβησαν αλλά θα έπρεπε να συμβούν.  Για παράδειγμα κατά την εξιστόρηση των συνομιλιών της Λουκέρνης, ο αναγνώστης απορεί ποιες ήταν οι ελληνοκυπριακές και ελληνικές θέσεις για τη συμπλήρωση ή βελτίωση του σχεδίου Ανάν.  Προφανώς δεν υπήρξαν.  Ο Πρόεδρος Κληρίδης περιγράφει επίσης κατά τρόπο ακριβή το διεθνές περιβάλλον, τις ευκαιρίες που παρείχε, τις δυσκολίες που παρουσίαζε, τις δυνατότητες της ελληνοκυπριακής πλευράς και τα όριά τους.  Είναι μια εικόνα της πραγματικότητας χωρίς ωραιοποιήσεις και χωρίς διαστρεβλώσεις.

Ο Πρόεδρος Κληρίδης αναδεικνύει σωστά, ότι η επιτυχία ή αποτυχία μιας πολιτικής εξαρτάται όχι μόνο από την υποκειμενική βούληση των πρωταγωνιστών αλλά και από τις επικρατούσες αντικειμενικές συνθήκες, τους συσχετισμούς δυνάμεων, τις επιδιώξεις των υπολοίπων συμμετεχόντων.  Το σύνολο αυτών των στοιχείων άλλοτε δημιουργεί ευκαιρίες και άλλοτε όχι.  Γι’ αυτό και υπάρχουσες ευκαιρίες δεν επανέρχονται οπωσδήποτε στο μέλλον.

Η ευκαιρία δεν είναι μάνα εξ’ ουρανού.  Η διεύρυνση της Ένωσης υπήρξε η αφετηρία για την διαδικασία ένταξης της Κύπρου, η αρχική ευκαιρία.  Η ευκαιρία αυτή θα είχε πάψει να είναι ευκαιρία, αν η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε πετύχει μαζί με άλλους ενδιαφερόμενους να ισχύσει μια κοινή διαδικασία για τις χώρες υπό ένταξη, αν στο Ελσίνκι και στην Κοπεγχάγη η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε πετύχει η λύση του Κυπριακού να μην αποτελεί προϋπόθεση της ένταξης.  Η ευκαιρία δεν θα ήταν πια ευκαιρία αν Ελλάδα και Κύπρος δεν είχαν καταδείξει την τουρκική αδιαλλαξία.  Η ευκαιρία χτίζεται λοιπόν.  Στην περίπτωση της ένταξης της Κύπρου χτίστηκε μεθοδικά, με σύστημα, με επιμονή, με κόπο.  Η διαπίστωση αυτή δεν έχει μόνο ιστορική αξία έχει και πολιτική αξία για τους μελλοντικούς σχεδιασμούς σε σχέση με το κυπριακό πρόβλημα.

Ποιά είναι τα χαρακτηριστικά του Κυπριακού τρεισήμισι χρόνια μετά την απόρριψη του Σχεδίου; Και προς τα που πορευόμαστε;

Είναι ξεκάθαρο ότι το Σχέδιο Ανάν είναι εκ των πραγμάτων ξεπερασμένο και δεν μπορεί να επανέλθει ως έχει.  Η απόρριψή του από την ελληνοκυπριακή πλευρά και οι μετέπειτα εξελίξεις έχουν διαμορφώσει νέες συνθήκες.

Οι εξελίξεις στην Κύπρο μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν δεν ευνοούν την ελληνοκυπριακή πλευρά.  Ο κίνδυνος να διαμορφωθεί στα Κατεχόμενα εδάφη ένα καθεστώς μη νομικά αναγνωρισμένο αλλά διεθνώς αποδεκτό, ένα καθεστώς τύπου Ταϊβάν, είναι όλο και πιο ορατός.

Η συνεχής αναβάθμιση των θεσμών του κατοχικού καθεστώτος και της εικόνας του ως ξεχωριστής οντότητας αποτελούν μία ένδειξη.  Ιδιαίτερα ανησυχητικές είναι οι εξελίξεις στο επίπεδο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ).  Η ενδεχόμενη αποδοχή της «Επιτροπής Αποζημιώσεων» των Κατεχομένων από το Δικαστήριο ως ικανοποιητική «θεραπεία» για το θέμα των περιουσιών θα δημιουργήσει σοβαρές αρνητικές συνέπειες σε ένα από τα πιο κρίσιμα και ευαίσθητα θέματα του Κυπριακού που είναι το περιουσιακό.  Ο κίνδυνος να επικρατήσει τελικά η τουρκική θέση για συνολική ανταλλαγή περιουσιών δεν πρέπει να υποτιμηθεί.

Εξίσου ανησυχητική είναι η ανατροπή του δημογραφικού χαρακτήρα των Κατεχομένων με την συνεχή εισροή νέων εποίκων και την αύξηση των τουρκικών στρατευμάτων.  Σύμφωνα με στοιχεία της κυπριακής κυβέρνησης οι έποικοι έχουν ξεπεράσει τις 140.000 και τα τουρκικά στρατεύματα τις 40.000.

Παράλληλα, ο οικοδομικός οργασμός στα Κατεχόμενα συνεχίζεται χωρίς διακοπή.  Σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν η οικοδομική ανάπτυξη στην περιοχή της Κερύνειας έχει φθάσει σχεδόν σε σημείου κορεσμού.  Ακόμα χειρότερα, η δόμηση γης επεκτείνεται σε περιοχές που μέχρι πρόσφατα είχαν μείνει ανέπαφες όπως η Καρπασία και η Μόρφου.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η αξιοπιστία της ελληνοκυπριακής πλευράς έχει κλονιστεί, οι φωνές που χαρακτηρίζουν λάθος την ένταξη της Κύπρου χωρίς προηγούμενη λύση του Κυπριακού πληθαίνουν και η ευθύνη για τη στασιμότητα καταλογίζεται κυρίως στην ελληνοκυπριακή πλευρά.

Η Συμφωνία της 8ης Ιουλίου, προέβλεπε συναντήσεις μεταξύ της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής πλευράς σε δύο επίπεδα, εμπειρογνωμόνων για θέματα καθημερινότητας και πολιτικών εκπροσώπων για πολιτικά ζητήματα.  Οδηγήθηκε όμως σε ναυάγιο, όταν ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος και ο κ. Ταλάτ δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν τη συνέχειά της κατά την συνάντηση στις 5 Σεπτεμβρίου 2007.

Με βάση τις εξελίξεις αυτές μπορούμε να καταλήξουμε σε τέσσερα βασικά συμπεράσματα ως προς την πορεία που πρέπει να ακολουθηθεί σήμερα:

Σήμερα περισσότερο παρά ποτέ είναι ανάγκη να αξιοποιήσουμε το χρόνο και τις συγκυρίες, ειδικά όσα προσφέρει η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας και η συμμετοχή της Κύπρου στην Ε.Ε., για να προωθήσουμε το στόχο της λύσης της επανένωσης.  Το Ευρωπαϊκό χαρτί γίνεται πιο αποτελεσματικό όταν αξιοποιείται εποικοδομητικά. Όταν, δηλαδή, το χρησιμοποιείς για να προωθήσεις λύσεις στα προβλήματα και όχι για να κωλυσιεργήσεις.  Όταν υπάρχει στρατηγική η οποία με σχέδιο και πρωτοβουλίες εμπλέκει όλους τους ενδιαφερόμενους και ειδικά τις δύο κοινότητες του νησιού στην ευρωπαϊκή λογική της επίλυσης του Κυπριακού και της επανένωσης.  Με βάση αυτήν την λογική χρειάζεται να δημιουργηθούν οι αναγκαίες συμμαχίες και συγκλίσεις με τους ευρωπαίους εταίρους μας.  Αθήνα και Λευκωσία πετύχαμε την καθαρή ένταξη της Κύπρου ακριβώς γιατί καταφέραμε να δημιουργήσουμε αυτές τις συμμαχίες σε όλη την πορεία της Κύπρου προς την ένταξη.

Εδώ θα πρέπει να επισημάνω, ότι η μελλοντική συγκυρία μπορεί να παρουσιάσει νέες δυσκολίες.  Το κυπριακό πρόβλημα μπορεί να αποτελέσει ένα ευπρόσδεκτο άλλοθι σε όσους δεν θέλουν να εντάξουν την Τουρκία στην Ένωση.  Ίσως το χρησιμοποιήσουν, ίσως όχι.  Αλλά εάν δεν ενταχθεί η Τουρκία θα επιδιωχθεί μια άλλη σχέση με την Ένωση είτε ειδική σχέση είτε σχέση στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Γειτονίας.  Σε κάθε περίπτωση θα δοθούν στην Τουρκία ανταλλάγματα είτε για να εξευμενισθεί είτε γιατί η ίδια θα τα απαιτεί.  Η αναγνώριση της νομικής οντότητας των Κατεχομένων έστω και χωρίς κυριαρχία και η άρση της απομόνωσής του θα μπορούσε να είναι ένα από αυτά.  Τα περιθώρια χρόνου για να κινητοποιηθούμε είναι επομένως σήμερα προσδιορισμένα από τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας.

Το Κυπριακό πρόβλημα είναι πολιτικό πρόβλημα.  Η λύση του Κυπριακού θα είναι πολιτική και όχι δικαστική.  Οι άκρως ανησυχητικές εξελίξεις σε σχέση με τις υποθέσεις ελληνοκυπρίων στο ΕΔΑΔ δείχνουν ότι η νομικίστικη προσέγγιση στη λύση του Κυπριακού είναι προβληματική και μπορεί, τελικά να καταλήξει σε μπούμερανγκ.  Χρειάζεται να συζητήσουμε με πολιτικούς όρους αποδεσμευμένοι από λογικές δικαστηρίου.

Την περίοδο 1996-2003 πείσαμε για την προσήλωσή μας στο στόχο της λύσης της επανένωσης.  Διότι με πρωτοβουλίες και κινήσεις οι οποίες εξέθεταν την τουρκική αδιαλλαξία εξαναγκάσαμε την Άγκυρα να μεταβάλει την πολιτική της.  Η αξιοπιστία και η έξωθεν καλή μαρτυρία μας έδωσαν ηθική υπεροχή έναντι της Τουρκίας.  Έτσι πετύχαμε.  Πρέπει, λοιπόν, να επιστρέψουμε στην πολιτική των πρωτοβουλιών.  Αυτές οι πρωτοβουλίες πρέπει να στοχεύουν στα ακόλουθα:

Διαπραγματεύσεις για συνολική λύση μέσα σε εύλογα χρονικά πλαίσια τα οποία θα είναι αμοιβαία αποδεκτά.  Η ιστορία του Κυπριακού δείχνει ότι ατέρμονες διαδικασίες οδηγούν σε αδιέξοδα και, κυρίως, δημιουργούν δεδομένα τα οποία κάνουν την εξεύρεση λύσης πιο δύσκολη.  Η καθυστέρηση και η λογική των λύσεων σε βάθος χρόνου εξυπηρετεί πάντα την κατοχική δύναμη.
Δημιουργία κλίματος επανάκτησης της εμπιστοσύνης μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.  Δεν μπορεί να υποτιμάται το γεγονός ότι το χάσμα μεταξύ των δύο κοινοτήτων διευρύνεται και κυριαρχεί καχυποψία ως προς τις αμοιβαίες προθέσεις.  Δυστυχώς, μετά το δημοψήφισμα πολλοί Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι φαίνεται να απομακρύνονται από την ιδέα της επανένωσης.   Αν αυτή η κατάσταση με την πάροδο του χρόνου εμπεδωθεί θα είναι δύσκολο να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ των δύο κοινοτήτων.  Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι για να μπορέσει να λειτουργήσει μια λύση επανένωσης Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι πρέπει να πιστέψουν σ’ αυτή και να δουλέψουν με ειλικρίνεια για την εφαρμογή της.
Η ελληνοκυπριακή πλευρά να αναλάβει ξανά την πρωτοβουλία των κινήσεων και να καταθέσει συγκεκριμένες και επεξεργασμένες προτάσεις.  Αυτό  είναι το πιο σημαντικό.  Πρέπει να δείξουμε κινητικότητα και πειστικές προτάσεις.

Οφείλουμε να αντιληφθούμε ότι το σημερινό στάτους κβο στην Κύπρο δημιουργεί συνθήκες ανασφάλειας, αποσταθεροποίησης και έντονης αβεβαιότητας.  Είναι μια νόθα κατάσταση η οποία απειλεί τη σταθερότητα και την ευημερία του νησιού αλλά και της ευρύτερης περιοχής.  Ασταθείς καταστάσεις δημιουργούν κινδύνους νέων συγκρούσεων όταν αλλάζουν τα διεθνή δεδομένα και αμφισβητούνται υπάρχουσες ισορροπίες.

Ο Πρόεδρος Κληρίδης παρατηρεί σχετικά στο βιβλίο ότι «δεν μπορούν να αλλάξουν οι παράμετροι λύσης του Κυπριακού που καθορίζονται από τα ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης και του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, ότι η λύση θα είναι δικοινοτική διζωνική ομοσπονδία με μία κυριαρχία, μία διεθνή προσωπικότητα και μια ιθαγένεια με πολιτική ισότητα των δυο κοινοτήτων, όπως αυτή ερμηνεύεται στα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας».

Πιστεύω ότι η άποψη αυτή είναι ορθή.  Οι σημερινές διεθνείς συνθήκες δεν ευνοούν την αλλαγή αυτού του πλαισίου.  Αποτελεί ένα συμβιβασμό παραδεκτό από όλα τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας.  Η προσπάθεια μονομερούς ανατροπής του μπορεί να οδηγήσει σε απρόβλεπτες αρνητικές συνέπειες.

Ο Πρόεδρος Κληρίδης επισημαίνει κλείνοντας την αφήγησή του:  «Η παράταση της εκκρεμότητας του κυπριακού σε βάθος χρόνου σε ένα και μόνο αποτέλεσμα οδηγεί:  Σε αναγνώριση νομικής οντότητας του de facto καθεστώτος, έστω και χωρίς κυριαρχία, για άρση της απομόνωσής του.  Σε μια τέτοια περίπτωση η άκαρπη πάροδος του χρόνου θα οδηγούσε στη λύση που επεδίωκαν, αλλά δεν κατόρθωσαν να πετύχουν, εδώ και 33 χρόνια ο Ντενκτάς και η Τουρκία, δηλαδή στη διχοτόμηση της Κύπρου σε δυο κυρίαρχα κράτη».

Μαζί με τον Γλαύκο Κληρίδη δουλέψαμε σκληρά για να αποτρέψουμε την νομιμοποίηση του διαχωρισμού και να εξουδετερώσουμε την πολιτική των δύο κρατών που προωθούσε η Άγκυρα.  Πετύχαμε να καταστήσουμε ολόκληρη την Κύπρο Ευρωπαϊκή.  Θα ήταν τραγικό και άδικο για όλους τους Κυπρίους να οδηγηθούμε αντί σε μια ενωμένη ευρωπαϊκή Κύπρο στη μονιμοποίηση της Ταϊβανοποίησης των Κατεχομένων και στη διχοτόμηση της Κύπρου.

Ας επανέλθω στο βιβλίο:  Το βιβλίο του Προέδρου Κληρίδη είναι υποχρεωτικό ανάγνωσμα για όποιον ενδιαφέρεται για το Κυπριακό.  Είναι όμως αντίθετα από πολλά υποχρεωτικά αναγνώσματα γλαφυρό, ευχάριστο και προπαντός χρήσιμο.  Το συνιστώ ανεπιφύλακτα.