Ομιλία με θέμα «Πολιτικές για ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή»

Κυρίες και Κύριοι,

Φίλες και Φίλοι,

Μια από τις κύριες επιδιώξεις του βιβλίου μου «Πολιτική για μια δημιουργική Ελλάδα 1996-2004» ήταν να υπογραμμίσω ότι η Ελλάδα σημειώνει πρόοδο όταν υπάρχει μια πολιτική δομημένη σε ένα ευρύτερο σχέδιο, σε μια συνεκτική εθνική στρατηγική. Μια εθνική στρατηγική όπου η ισχυροποίηση της διεθνούς θέσης της χώρας συμβάλλει στον εκσυγχρονισμό της οικονομίας – και ταυτόχρονα, ο εκσυγχρονισμός της οικονομίας δημιουργεί νέες δυνατότητες για μια πιο αποτελεσματική εξωτερική πολιτική. Αντίθετα, όταν η πολιτική περιορίζεται σε μια σειρά από ασύνδετες μεταξύ τους ευκαιριακές ενέργειες, σε απλές αντιδράσεις απέναντι στα γεγονότα της εκάστοτε συγκυρίας, σε μια προσπάθεια παραγωγής εντυπώσεων τότε η χώρα οπισθοδρομεί και νέα προβλήματα συσσωρεύονται. Το χειρότερο είναι ότι σ’ αυτή την περίπτωση τα πάντα εναπόκεινται στην τύχη. Η τύχη καθορίζει την πορεία της χώρας ενώ θα έπρεπε η πολιτική να διαμορφώνει και να δημιουργεί την τύχη της χώρας. Μια πολιτική, που ρυθμίζεται από το τυχαίο προκαλεί δυσάρεστες εξελίξεις. Η χώρα χάνει το αύριο και διολισθαίνει στο χτες. Η πολιτική της κυβέρνησης της Ν.Δ. είναι ένα καλό παράδειγμα.

Σε αυτή τη σημερινή τυχαία πορεία της χώρας το ΠΑ.ΣΟ.Κ. αντιδρά. Ο Γιώργος Παπανδρέου και το Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών του ΠΑ.ΣΟ.Κ., το ΙΣΤΑΜΕ, επεξεργάζονται την εφαρμογή της ευρωπαϊκής στρατηγικής ανάπτυξης στη χώρα, της Στρατηγικής της Λισσαβόνας και την προώθηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Η δική μου παρουσία αποσκοπεί στην ενεργό συμβολή στην ευρύτερη προσπάθεια του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και γενικότερα του προοδευτικού χώρου για την πρόοδο και ανάπτυξη της χώρας.

Η πολιτική και το σχέδιο για το μέλλον της Ελλάδας δεν είναι ανεξάρτητη από τις εξελίξεις στον κόσμο, από την πορεία της παγκοσμιοποίησης. Η παγκοσμιοποίηση διαρκώς ανατρέπει σχέσεις παραγωγής, αλλά και παράλληλα ανοίγει νέες δυνατότητες. Οι ανατροπές σχετίζονται με την πρόοδο της τεχνολογίας και συγκρίνονται με εκείνες, που επέφερε η βιομηχανική επανάσταση τον 19ο αιώνα. Σε αυτές όμως προστίθενται σήμερα οι μεταβολές στις οικονομικές και εμπορικές ισορροπίες, που προκαλεί το τέλος του προστατευτισμού, το άνοιγμα των συνόρων και ιδίως η ευκολία με την οποία οι μονάδες παραγωγής μετακινούνται από χώρα σε χώρα. Για παράδειγμα, πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας η πληροφορία ότι οι ελληνικές επενδύσεις στα Βαλκάνια ανέρχονται σε 6 δισεκατομμύρια ευρώ και έχουν δημιουργήσει 150.000 θέσεις εργασίας. Οι γαλλικές και γερμανικές επενδύσεις στην Πολωνία, αλλά και οι αμερικανικές επενδύσεις στην Κίνα και την Ινδία είναι φυσικά πολλαπλάσιες.

Αυτές είναι εξελίξεις, που προβληματίζουν: Η Δύση μεταφέρει όλο και περισσότερο την παραγωγή των προϊόντων και των υπηρεσιών της σε τρίτες χώρες. Η τάση αυτή συμβάλλει στην διόγκωση κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων για μεγάλο τμήμα των δυτικών κοινωνιών. Το ζούμε ιδιαίτερα έντονα και στην Ελλάδα με τη μεταφορά των βιομηχανιών μας ιδίως από τη βόρειο Ελλάδα προς τις γειτονικές χώρες. Τα Βαλκάνια, η Πολωνία, η Κίνα και η Ινδία κοστίζουν στον επιχειρηματία πολλές φορές λιγότερο σε φορολόγηση κερδών, αμοιβές και κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων απ’ όσο θα πλήρωνε στις ΗΠΑ ή στις χώρες της Ένωσης.

Για ν’ αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση στην Ελλάδα πραγματοποιείται σήμερα μια κοντόφθαλμη συντηρητική και αδιέξοδη προσπάθεια να γίνει η χώρα μας ανταγωνιστική προς τις χώρες του φθηνού κόστους καταργώντας εργασιακά δικαιώματα και περικόπτοντας αμοιβές. Θεωρείται λανθασμένα πως η σωστή απάντηση στην παγκοσμιοποίηση και στις νέες συνθήκες παραγωγής δεν είναι παρά ένας μονόδρομος προς το χτες των περιορισμένων εργασιακών δικαιωμάτων και αμοιβών. Η λύση όμως πρέπει να είναι διαφορετική, να είναι μια λύση που λαμβάνει υπόψη της την πραγματικότητα και προτείνει , μια τολμηρή αλλαγή προς το αύριο. Λύση είναι η στροφή σε νέες δραστηριότητες στις οποίες οι χώρες της Ένωσης αλλά και η Ελλάδα μπορούν να έχουν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Η διαμόρφωση και η υλοποίηση ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου που διασφαλίζει συγχρόνως την κοινωνική συνοχή.
Φίλες και φίλοι,

Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην πρόκληση της παγκοσμιοποίησης, την συνεχή ανατροπή σχέσεων παραγωγής και πλούτου είναι μέχρι σήμερα ελλειμματική. Από την μια πλευρά η Ένωση πέτυχε τα τελευταία πενήντα περίπου χρόνια ζωής της να διαμορφώσει έναν κοινό χώρο ειρήνης, εμπιστοσύνης, ανάπτυξης και προόδου. Ωστόσο όμως, ζήσαμε και ζούμε στην Ένωση φαινόμενα κρίσης. Υπάρχει σε ορισμένες χώρες ύφεση, υψηλό ποσοστό ανεργίας και ακόμη όταν οι ρυθμοί ανάπτυξης είναι ικανοποιητικοί. Κάθε λογής φόβοι και αβεβαιότητες για τις εξελίξεις δημιουργούν αμυντικές αντιδράσεις και συμπεριφορές εσωστρέφειας. Η αδυναμία ολοκληρωμένης απάντησης στις νέες προκλήσεις οδηγούν μάλιστα τους πολίτες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες στην αμφισβήτηση της αναγκαιότητας και σκοπιμότητας της συνέχισης του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Η φυγή επιχειρήσεων από τις δυτικές χώρες σε συνδυασμό με την είσοδο σ’ αυτές μεταναστών από τις ανατολικές χώρες προκαλεί την συνολική αμφισβήτηση τόσο του εγχειρήματος της διεύρυνσης, όσο και του ίδιου του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Υπάρχουν πολλές ερμηνείες για το γαλλικό και το ολλανδικό «όχι» στο ευρωσύνταγμα. Ωστόσο, η συσπείρωση στο «όχι» πολιτών απ’ όλο το πολιτικό φάσμα δείχνει ότι η αντίδραση απέναντι στην πολιτική που ακολουθούν οι ηγεσίες είναι γενικευμένη. Είναι αντίδραση στην αποδόμηση κεκτημένων, στην αποσάθρωση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου και ενός πλαισίου δημοκρατίας και ασφάλειας στην καθημερινή ζωή που έδινε σιγουριά στους πολίτες για το αύριο. Το αρνητικό αποτέλεσμα των δύο δημοψηφισμάτων και όσα ακολούθησαν προδίδουν μία σοβαρή αντίρρηση για την επάρκεια της πολιτικής της Ένωσης σε ό,τι αφορά τις σημερινές προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης, που αγγίζουν άμεσα τον ευρωπαίο εργαζόμενο.

Η συνέπεια ήταν η συντηρητική πλειοψηφία των κυβερνήσεων της σημερινής Ένωσης να αξιοποιήσει αυτό το κλίμα για να προωθήσει τη δικιά της πολιτική. Η στρατηγική της Λισσαβόνας που αποφασίστηκε το 2000 από την τότε πλειοψηφία των σοσιαλιστικών κυβερνήσεων, σκοπό είχε η Ένωση να γίνει η πιο ανταγωνιστική βασισμένη στη γνώση οικονομία δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας και εμβαθύνοντας την κοινωνική συνοχή. Αυτή η στρατηγική τώρα υποβαθμίστηκε σε μια τεχνοκρατική διαδικασία παρακολούθησης δεικτών. Οι πολιτικές για εμβάθυνση της ενοποίησης στον κοινωνικό τομέα αντικαταστάθηκαν από στρατηγικές περιορισμού των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Το πολιτικό εγχείρημα της παραπέρα πολιτικής ενοποίησης εγκαταλείφθηκε. Οι εξελίξεις αυτές οξύνουν την σύγχυση και εξανέμισαν την ελπίδα για ένα καλύτερο ευρωπαϊκό αύριο.

Όλα τα παραπάνω όμως δεν μπορούν να είναι μια δικαιολογία για την αδυναμία, που και η Ελλάδα παρουσιάζει. Αντίθετα, μια χώρα που ήδη υστερεί από την «Ευρωπαϊκή Ένωση των 15» σε πολλά επίπεδα δεν έχει την πολυτέλεια να είναι μόνο θεατής των ευρωπαϊκών δρώμενων. Πρέπει να είναι πολύ πιο δραστήρια και να μη χάνει πολύτιμο χρόνο. Έπρεπε λοιπόν να έχουμε ήδη θέσει σε εφαρμογή ένα νέο αναπτυξιακό σχέδιο, που θα θωράκιζε τη χώρα απέναντι στις αρνητικές συνέπειες της παγκοσμιοποίησης και θα άνοιγε νέες προοπτικές για την οικονομία και τους πολίτες. Ένα εθνικό σχέδιο για την πραγματική σύγκλιση. Αντίθετα, αντί να υπάρξει τέτοιο σχέδιο κυριάρχησε η βολική ψευδαίσθηση της «ήρεμης προσαρμογής», του αυτόματου πιλότου. Όμως, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε το ταχύτερο ότι ο αυτόματος πιλότος στον οποίο πιστεύει η σημερινή κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν είναι παρά η μοντέρνα εκδοχή της παραδοσιακής μοιρολατρίας, του «ό,τι είναι να έρθει, θα έρθει» δεν είναι παρά απόρροια της συντηρητικής πεποίθησης ότι οι δυνάμεις της αγοράς καθορίζουν αναγκαστικά τις εξελίξεις. Η αντίληψη αυτή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη. Κόστισε στον τόπο. Για παράδειγμα, η βαθμιαία περιθωριοποίησή μας στην Ένωση, οι υποκλοπές, η κάθετη μείωση των δημοσίων επενδύσεων και η πτώση του ρυθμού ανάπτυξης έγιναν γιατί η κυβέρνηση δεν έκανε κάτι ουσιαστικό για να τα αποτρέψει. Δεν ήταν αναπόφευκτες συνέπειες του οικονομικού-κοινωνικού συστήματος.
Φίλες και φίλοι,

Ο δημόσιος διάλογος για την Ευρώπη είναι υποτυπώδης στην Ελλάδα, ενώ θα έπρεπε να επιδιώκεται συστηματικά. Η Ελλάδα είναι κομμάτι της Ευρώπης. Μπορεί λοιπόν, αλλά και πρέπει να έχει θέση και άποψη για την Ευρώπη. Για τις πολιτικές, που κάνουν την Ευρώπη -άρα και την ίδια την Ελλάδα- ισχυρότερη. Και πρέπει αυτή την άποψη να την διατυπώνει και να την καταθέτει στα όργανα της Ένωσης. Ως ισότιμος εταίρος να επηρεάζει εξελίξεις. Η Ελλάδα μπορεί να είναι συμμέτοχος στην δημιουργία του μέλλοντος της Ευρώπης. Σήμερα περιορίζεται στο ρόλο του παρατηρητή.

Η Ευρώπη είναι κάτι περισσότερο από μια σειρά από επαφές αξιωματούχων, δεν είναι οι επίσημες επισκέψεις και οι τυποποιημένες συζητήσεις τις οποίες πραγματοποιεί η σημερινή κυβέρνηση. Πρέπει να έχουμε άποψη και να την εκφράζουμε. Να συμβάλλουμε. Να διαμορφώνουμε αποφάσεις. Γιατί γνωρίζουμε πως ό,τι αποφασίζεται επηρεάζει και εμάς εξίσου, όπως και όλους τους άλλους. Πρέπει να υποστηρίξουμε ενεργά τολμηρές θεσμικές αλλαγές.

Πρέπει η Ένωση να δώσει μια νέα πνοή στη στρατηγική της Λισσαβόνας. Να λάβει νέες πρωτοβουλίες για την ανταγωνιστικότητα, την κοινωνία της γνώσης, ιδιαίτερα την έρευνα, την κατάρτιση, τις υποδομές μεταφορών. Με περισσότερους πόρους, με πιο ολοκληρωμένες πολιτικές, που να αγγίζουν το σύνολο της Ένωσης. Με σαφείς δεσμεύσεις και επιμονή στην επίτευξη στόχων.
Να θεσμοθετηθεί μια πραγματική οικονομική διακυβέρνηση στην ευρωζώνη, η οποία θα ολοκληρώσει την Οικονομική Ένωση κατά τρόπο ισοδύναμο εκείνου της Νομισματικής.
Πάνω στο σχέδιο αυτό να προχωρήσουν πολιτικές για την κοινωνική συνοχή, για την μείωση της ανεργίας, παράμετροι για την προστασία του περιβάλλοντος, για μια βιώσιμη ανάπτυξη. Να υποστηριχθούν και να εφαρμοστούν παρεμβατικές πολιτικές κατά των σύγχρονων μορφών αποκλεισμού, περιθωριοποίησης, απαξίωσης. Η κοινωνική δικαιοσύνη δεν μπορεί να αφήνεται να προκύψει μέσα από την αυτορρύθμιση της αγοράς.
Ακόμα, να διερευνήσουμε, να αξιολογήσουμε και να αντιτάξουμε στους νέους κινδύνους κατά της ασφάλειας, μια σειρά από νέες πρωτοβουλίες χωρίς παράλληλα να θυσιάζουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Να συνειδητοποιήσουμε ότι η συνδιαμόρφωση μιας πολυκεντρικής παγκόσμιας τάξης που θα ορίζεται από τους κανόνες του διεθνούς δικαίου είναι η πιο ισχυρή στρατηγική επιλογή για την παγκόσμια ασφάλεια, την ειρήνη και την σταθερότητα.
Ωστόσο, μόνο ο σχεδιασμός μιας τέτοιας πολιτικής δεν αρκεί. Πρέπει να προχωρήσουμε περισσότερο για να είμαστε πραγματικά αποτελεσματικοί.

Από την στιγμή, που τα προβλήματα, που αφορούν την κάθε χώρα ξεχωριστά έχουν μια ισχυρότατη υπερεθνική διάσταση, τότε μια Ευρώπη χωρίς ομοσπονδιακή συγκρότηση δεν μπορεί να έχει ιδιαίτερες δυνατότητες παρέμβασης για την λύση τους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αν πρόκειται να θέσει σε εφαρμογή ένα σχέδιο ικανό να θωρακίσει έμπρακτα τις ευρωπαϊκές κοινωνικές αξίες σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης χρειάζεται μια ισχυρή και δημοκρατικά νομιμοποιημένη κεντρική κυβέρνηση. Για παράδειγμα η Επιτροπή να αναδειχθεί σε μια αυθεντική Ευρωπαϊκή Κυβέρνηση. Το Ευρωκοινοβούλιο σε πραγματικό νομοθετικό σώμα. Το Συμβούλιο των Υπουργών σε Άνω Βουλή. Επικεφαλής όλων το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με Πρόεδρο και Υπουργό Εξωτερικών θα συμβολίζουν αλλά και θα εκφράζουν την νέα οντότητα.
Στα πλαίσια αυτά πρέπει να αποφασιστεί τι θα γίνει με το σχέδιο της Συνταγματικής Συνθήκης. Δεν μπορούμε να προχωρήσουμε χωρίς το σχέδιο αυτό. Πρέπει να γίνουν νέες προσπάθειες για την υιοθέτησή της. Η Ένωση των 25 και σε λίγο η Ένωση των 27 απλώς δεν μπορεί να λειτουργήσει, δεν μπορεί να λάβει αποφάσεις με τους θεσμικούς μηχανισμούς της Ευρώπης των 10 και των 15. Αν καταστεί τελικά αδύνατη η υιοθέτηση της Συνθήκης, υπάρχουν διάφορες δυνατότητες λύσεων. Από την ενσωμάτωση στις Συνθήκες των ενοτήτων του Σχεδίου Συντάγματος που αφορούν τα θεσμικά, ώστε να δώσουν στην Ένωση τη δυνατότητα να προχωρήσει πιο γρήγορα και πιο αποτελεσματικά έως την προσθήκη ενός τμήματος για την Κοινωνική Ευρώπη.
Παράλληλα, και αναλόγως των εξελίξεων σχετικά με την υιοθέτηση της Συνταγματικής Συνθήκης, πρέπει να αντιμετωπίσουμε την απλή αλήθεια ότι και τα 25 – κράτη μέλη δεν μπορούν να προχωρήσουν με την ίδια ταχύτητα σε ό,τι αφορά το συνολικό εγχείρημα της Ισχυρής Ευρώπης με κεντρική κυβέρνηση. Η Ισχυρή Ευρώπη απαιτεί έναν πυρήνα, μια πρωτοπορία ενιαίας πολιτικής βούλησης γύρω από μια δέσμη στρατηγικών στόχων. Θα πρέπει να σκεφτούμε δομές και διαδικασίες που θα επιτρέψουν στις 12 χώρες που έχουν αποδεχθεί το ενιαίο νόμισμα, δηλαδή την Ευρωομάδα, -το μόνο υπαρκτό σχήμα προωθημένης ενοποίησης- να προχωρήσει εμβαθύνοντας πολιτικές της Ένωσης σε προωθημένες βαθμίδες πολιτικής ενοποίησης. Να τους επιτρέψουμε να προχωρήσουν πιο γρήγορα γιατί το μπορούν.
Φίλες και φίλοι,

Κυρίες και κύριοι,
Σε ποιο βαθμό έχει προβληματιστεί η κυβέρνηση σε ό,τι αφορά τα παραπάνω ζητήματα; Η απάντηση προκύπτει αβίαστα από τον απολογισμό των δύο χρόνων διακυβέρνησης. Η κυβέρνηση δεν αντιλαμβάνεται την σοβαρότητα των προβλημάτων, που η παγκοσμιοποίηση θέτει στη χώρα. Η απουσία κάθε πρωτοβουλίας και κάθε σοβαρού σχεδιασμού ανοίγει κάθε μέρα όλο και περισσότερο την ψαλίδα της υστέρησης απέναντι στις αναπτυγμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η υστέρηση αυτή δεν αφορά μόνο μερικά σημεία, για παράδειγμα το υψηλό δημόσιο χρέος, που απαιτεί υψηλούς πόρους για την εξυπηρέτησή του ή την δημόσια διοίκηση η οποία αντιμετωπίζεται και πάλι σχεδόν αποκλειστικά με κριτήρια άλλων εποχών. Αφορά το σύνολο των κοινωνικών, οικονομικών και παραγωγικών δομών.

Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σημαντικό σημείο. Η «κοινωνική ικανότητα» της χώρας δεν είναι σήμερα αυτή, που απαιτείται προκειμένου να αντιμετωπίζονται οι προκλήσεις με ταχύτητα και αποτελεσματικότητα. Χρειάζεται σημαντική βελτίωση. Όμως καθυστερούμε. Για παράδειγμα, όταν μετά από σχεδόν 10 χρόνια αμφισβητείται το σχέδιο Καποδίστριας με αποκλειστική ευθύνη της κυβέρνησης τότε διαπιστώνουμε ότι η χώρα εύκολα επιστρέφει στο παρελθόν και χάνει το μέλλον. Εύκολα απορροφάται σε λογικές και εμμονές οπισθοδρόμησης, που δεν έχουν να της προσφέρουν απολύτως τίποτα.

Η πρόοδός μας απαιτεί γι’ αυτό βελτιώσεις σε όλα τα επίπεδα. Απαιτεί μια πολιτική με σχέδιο και στόχους. Χρειάζεται πολιτική που δεν κοιτάζει πώς να τακτοποιήσει στενά συμφέροντα κάνοντας διαρκώς «χάρες» σε όσους πιέζουν και αδιαφορώντας για το γενικότερο δημόσιο συμφέρον. Χρειάζεται πολιτική, που δεν υποκλίνεται στον λαϊκισμό, στον τοπικισμό, στις πελατειακές σχέσεις και στις ομάδες πίεσης.

Καμιά επί μέρους μεταρρύθμιση δεν αρκεί από μόνη της για να οδηγήσει στο επίπεδο, που απαιτείται για μια χώρα ενεργό μέλος της Ένωσης. Χρειάζεται μια μακροχρόνια και συνολική προσπάθεια, κοινή για το σύνολο του πολιτικού συστήματος. Στόχος μία κοινωνία ικανότητας και ευθύνης. Αποτελεσματικό βήμα για να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις είναι η σύγκλιση.

Για να προχωρήσουμε με γρήγορα βήματα προς την σύγκλιση με τις αναπτυγμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να έχουμε συνείδηση της πραγματικότητας. Θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τους μύθους και τις ιδεοληψίες της υστέρησης. Να προχωρήσουμε σε δράσεις, που θα ενισχύσουν θεσμούς και διαδικασίες ώστε να αυξηθούν οι δυνατότητες της χώρας. Όλα αυτά είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης υψηλότερους από το μέσο ευρωπαϊκό όρο καθώς και για την εμβάθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής.

Βασικές προϋποθέσεις της σύγκλισης στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα είναι:

Επενδύσεις, ιδίως στις υποδομές, που βελτιώνουν σε μόνιμη βάση την παραγωγικότητα. Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι υποδομές ενέργειας, πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών.
Συνεχής αύξηση των διαθέσιμων πόρων με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, σταθερότητα της οικονομίας και δυνατότητα πρόβλεψης των εξελίξεων, αποτελεσματικό έλεγχο των ελλειμμάτων και του υψηλού πληθωρισμού.
Πραγματική αύξηση των εισοδημάτων ώστε να εξασφαλίζεται η ζήτηση και η κατανάλωση των νοικοκυριών.
Διαρθρωτικές αλλαγές που απελευθερώνουν πρωτοβουλίες, δημιουργούν ευκαιρίες, κινητοποιούν δυνάμεις και επιτρέπουν τη γρήγορη προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες συνθήκες.
Μακροπρόθεσμη και διορατική πολιτική για την παιδεία, τη διάδοση της γνώσης, την προσαρμογή στις τεχνολογικές εξελίξεις, την ανάπτυξη της έρευνας και της καινοτομίας.
Η επένδυση στον άνθρωπο με την ουσιαστική αύξηση των επενδύσεων σε ανθρώπινο δυναμικό, την δια βίου εκπαίδευση και κατάρτιση, μια ενεργητική πολιτική απασχόλησης, περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας, την προαγωγή της κοινωνικής εργασίας.
Η οικοδόμηση ενός κράτους πρόνοιας με αποτελεσματικό χειρισμό των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων, όπως της απασχόλησης-ανεργίας, της κοινωνικής ασφάλισης, των εκτεταμένων και ποιοτικών υπηρεσιών υγείας, της κοινωνικής ανισότητας, της περιθωριοποίησης των αδύναμων, της γήρανσης. Στόχος η διασφάλιση μιας πιο δίκαιας και συνεκτικής κοινωνίας.
Η αναμόρφωση της Δημόσιας Διοίκησης για να καταστεί πιο δημιουργική και πιο αποτελεσματική, για ν΄ αυξηθεί η ικανότητα της διακυβέρνησης της χώρας σε όλα τα επίπεδα.

Η κοινωνική πολιτική είναι βασικός πυλώνας της σύγκλισης και όχι παρεπόμενη ή συγκυριακή παρέμβαση. Γι’ αυτό κατά τη διάρκεια της περιόδου 1996-2004 αυξήθηκαν κατά θεαματικό τρόπο οι κοινωνικές δαπάνες από την κυβέρνησή μας και έφτασαν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η ισχυρή κοινωνική στήριξη απαλλάσσει τα άτομα από φόβους και απελευθερώνει την δημιουργικότητά τους. Γι’ αυτό και ενισχύει την ανάπτυξη. Η σύγκλιση σημαίνει και συνεπάγεται τη συστηματική ενίσχυση του εισοδήματος των μισθωτών και των συνταξιούχων σε συνάρτηση με την αύξηση της παραγωγικότητας. Είναι η επέκταση της ευημερίας σε όλα τα στρώματα του πληθυσμού και σε όλες τις περιοχές της χώρας. Είναι η άσκηση αναδιανεμητικής πολιτικής μέσω του φορολογικού συστήματος και της επέκτασης των κοινωνικών πολιτικών.
Είναι γενικότερα η κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη, η φροντίδα για τον άνθρωπο.
Φίλες και φίλοι,

Πρέπει να τονίσω ιδιαίτερα το ρόλο της παιδείας και της εκπαίδευσης. Πάντοτε, αλλά ιδίως σήμερα αποτελεί την κύρια προϋπόθεση τόσο για τη σύγκλιση όσο και τη διαμόρφωση μιας κοινωνίας ικανότητας, εμπιστοσύνης και ευθύνης.

Η γνώση, οι νέοι τρόποι οργάνωσης της οικονομικής δραστηριότητας, τα νέα πεδία δράσεων που δημιουργούνται με έρευνα, καινοτομία και αξιοποίηση της διεθνούς εμπειρίας είναι οι κρίσιμοι παράγοντες για μια σταθερά υψηλή ανάπτυξη σε βάθος χρόνου. Μία χώρα δεν μπορεί να στηρίζεται για πάντα στα πλεονεκτήματα που διαθέτει όπως είναι για παράδειγμα ο ήλιος και η θάλασσα για την Ελλάδα. Και άλλοι τα διαθέτουν, θα τα αναπτύξουν και θα βελτιώσουν κατά πολύ τη θέση τους στον ανταγωνισμό. Η γνώση, η έρευνα και η καινοτομία ανοίγουν νέους δρόμους. Για παράδειγμα, ο ήλιος και η θάλασσα δεν αξιοποιείται μόνο μέσω του τουρισμού αλλά και μέσω νέων τεχνολογιών στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κάτι στο οποίο πρωτοπορεί σήμερα η Ιαπωνία – προσφέροντας ένα πολύ καλό παράδειγμα για το πώς μια πλούσια ανεπτυγμένη χώρα μπορεί να ανταγωνιστεί χώρες με χαμηλό εργατικό κόστος. Δεν στέκεται στις δάφνες τους χτες, αλλά ανοίγεται σε νέους ορίζοντες.

Η χώρα χρειάζεται να προσανατολιστεί σε μια παιδεία ανοιχτών συνόρων. Με νέες στοχεύσεις και νέο προσανατολισμό. Σε επαφή με τις ευρωπαϊκές συνθήκες και εξελίξεις οι οποίες είναι οι νέες συνθήκες εργασίας των νέων σήμερα. Η προσαρμογή στο νέο περιβάλλον δεν επιτυγχάνεται με τον πεισματικό εγκλεισμό στην παράδοση και στην ατέρμονη επανάληψη γνώσεων, που έχουν ξεπεραστεί. Χρειάζεται τόλμη και ταχύτητα στις αλλαγές. Για παράδειγμα, η ξένη γλώσσα δεν μπορεί να συνεχίζει να θεωρείται πολυτέλεια και να διδάσκεται αποσπασματικά ως δευτερεύον μάθημα. Η ξένη γλώσσα είναι ένα από τα βασικότερα εφόδια για την ισότιμη συμμετοχή στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά εργασίας. Όμως σήμερα η διδασκαλία της πάσχει γιατί περιορίζεται από αναγκαιότητες να διδαχθούν μαθήματα που ανταποκρίνονται δήθεν στην παράδοση και την ταυτότητά μας.
Φίλες και φίλοι,

Το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα μιας χώρας αποτελεί το άθροισμα της προόδου, που επιτελείται σε όλους τους τομείς, από την παιδεία και τις υποδομές, έως τον πολιτισμό και την δημόσια διοίκηση. Στη διαδικασία συνάρθρωσης των προσπαθειών η δημόσια διοίκηση παίζει κεντρικό ρόλο. Στον τομέα αυτό η υστέρησή μας όμως είναι ιδιαίτερα μεγάλη.

Στην δημόσια διοίκηση έγιναν πολλές μεταρρυθμίσεις και αλλαγές την οκταετία 1996-2004, τόσο θεσμικές, όσο και σε επίπεδο τεχνολογικού εκσυγχρονισμού. Έπρεπε να συνεχισθούν. Αυτό δεν συνέβη. Αντίθετα επανήλθαμε σε παλιές εποχές της πελατειακής αντίληψης και της θεώρησης του κράτους ως κομματικού μηχανισμού. Όταν όμως η δημόσια ζωή ταυτίζεται με την κομματικοκρατία και όταν η εξουσία εργάζεται για τον έλεγχο της δημόσιας διοίκησης, τότε η δημόσια διοίκηση διαπνέεται από τη νοοτροπία της συντήρησης και όχι της δημιουργίας και του νέου. Δεν καλλιεργεί τη συνείδηση της ευθύνης αλλά την τυπολατρία.

Η «επανίδρυση του κράτους» οδήγησε σε μια μεγάλη οπισθοδρόμηση. Οι διαδικασίες πρόσληψης τροποποιήθηκαν, ώστε να προσληφθούν τα «γαλάζια παιδιά», οι προϊστάμενοι στις μονάδες τοποθετήθηκαν σύμφωνα με την επετηρίδα της συνδικαλιστικής παράταξης της Νέας Δημοκρατίας, οι διαδικασίες έγιναν πιο γραφειοκρατικές και πιο συγκεντρωτικές. Ενδεικτικό για την τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει η Νέα Δημοκρατία την ανάγκη βελτίωσης της δημόσιας διοίκησης είναι η ανατροπή των ρυθμίσεων για τη συνένωση των δήμων προς όφελος τριών μικρών κοινοτήτων. Σε μια εποχή όπου όλες οι ευρωπαϊκές χώρες δημιουργούν όλο και μεγαλύτερες αυτοδιοικούμενες περιοχές η συντηρητική κυβέρνηση πορεύεται τον ακριβώς αντίθετο δρόμο για λόγους πελατειακούς. Αν όμως δεν έχει το θάρρος να αντιμετωπίσει τον τοπικισμό, πως θα προχωρήσει στον αναγκαίο ακόμη μεγαλύτερο περιορισμό των δήμων και τον εξορθολογισμό της σχέσης νομαρχιών και περιφερειών, που είναι καιρός πια να γίνει. Η απάντηση είναι δεδομένη: Θα ακολουθήσει ευκαιριακή πολιτική χωρίς κεντρικό σχέδιο και στόχο και δεν θα λύσει τα προβλήματα.
Φίλες και φίλοι,

Μια τέτοια πολιτική χωρίς ευκρινή και ευρύτερα αποδεκτό στόχο επαναφέρει και ενδυναμώνει ένα παλιό αρνητικό φαινόμενο την περιορισμένη εμπιστοσύνη των πολιτών απέναντι στην πολιτική τάξη, αλλά και απέναντι στην δημόσια διοίκηση την οποία η πολιτική τάξη ελέγχει και επηρεάζει. Παράδειγμα η αξιολόγηση. Όλοι συμφωνούν ότι είναι αναγκαία σε ολόκληρο το φάσμα του κράτους και της δημόσιας διοίκησης. Παντού όμως υπάρχουν ισχυρές αντιρρήσεις. Γιατί; Γιατί παντού υπάρχει περιορισμένη εμπιστοσύνη σε ό,τι αφορά την ειλικρίνεια των προθέσεων.

Θα αξιολογηθεί πράγματι το έργο και η ικανότητα ή μήπως η αξιολόγηση θα διαστρεβλωθεί σε μοχλό πιέσεων και σε μέσο για εύνοια προς ορισμένους εις βάρος κάποιων άλλων;

Θα ήθελα να σταθώ στο θέμα της εμπιστοσύνης: Μια κοινωνία που έχει γευτεί για δεκαετίες τόσο τις αδικίες, όσο και τις εύνοιες της κομματικοκρατίας δεν εμπιστεύεται ανοιχτές διαδικασίες, διακρίνεται από έντονη και διάχυτη καχυποψία και γι’ αυτό δεν θέλει να αλλάξει απολύτως τίποτα. Η μειωμένη εμπιστοσύνη απέναντι στην πολιτική και τους θεσμούς βρίσκεται στην καρδιά του προβλήματος που αντιμετωπίζει η χώρα. Οδηγεί στην αποδοχή της υστέρησης και στην άρνηση του νέου.

Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι να προσδιορίσουμε τους στόχους. Οι στόχοι είναι γνωστοί. Το πρόβλημα είναι η στρατηγική, το σχέδιο, η αποφασιστικότητα, ο τρόπος να τους πετύχουμε. Ο εθνικός στόχος της ΟΝΕ συσπείρωσε την κοινωνία. Διέταξε τις κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις σε κατεύθυνση δημιουργική. Θα μπορούσε αυτή η δυναμική να συνεχιστεί. Όμως, ανακόπηκε. Και μια από τις αιτίες ήταν και η πεισματική άρνηση μεγάλης μερίδας των κοινωνικών δυνάμεων να εγκαταλείψει τις παλιές μεθόδους, στάσεις και αντιλήψεις, οι οποίες επανήλθαν δριμύτερες.
Φίλες και φίλοι,

Έκλεισαν στις 8 Μαρτίου δύο χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας. Η νέα κυβέρνηση ακολούθησε τα χρόνια αυτά δύο κεντρικές και πάγιες επιδιώξεις της συντηρητικής παράταξης, την εδραίωση μιας συντηρητικής πολιτείας και την ενίσχυση των συντηρητικών δυνάμεων της κοινωνίας. Δεν έδειξε νέες κατευθύνσεις, δεν διαμόρφωσε ένα σχέδιο για τη χώρα, δεν δημιούργησε δυναμική και εμπιστοσύνη σε στόχους, που θα μπορούσαν να αλλάξουν την Ελλάδα. Η πολιτική της ήταν μια ευκαιριακή αντιμετώπιση θεμάτων με βραχυπρόθεσμες επιδιώξεις ώστε να εξυπηρετηθούν τα οικονομικά συμφέροντα τα οποία εκφράζει, η κομματική πελατεία και να ενισχυθεί η κομματική της εξουσία. Το πρότυπό της μια κοινωνία αγοράς.

Επιδίωξή της είναι να περιορίσει κοινωνικές και δημοκρατικές ευαισθησίες που παρεμποδίζουν τη λειτουργία της αγοράς δημιουργώντας και ενισχύοντας όμως ταυτόχρονα ασφαλιστικές δικλείδες συντηρητικής επικυριαρχίας. Η υστέρηση της χώρας απέναντι στις προηγμένες χώρες της Ένωσης επιτάθηκε. Παράλληλα η ικανότητα μας ως κοινωνία να αντιμετωπίζουμε προβλήματα της σύγχρονης εποχής περιορίστηκε. Ο σταθερά μειούμενος βαθμός κάλυψης των εισαγωγών από τις εξαγωγές, ο ιδιαίτερα χαμηλός βαθμός εξωστρέφειας, η συνεχής μείωση της ανταγωνιστικότητας αποτελούν σαφείς ενδείξεις της μείωσης της ικανότητάς μας και κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Ήταν δύο χρόνια στασιμότητας και οπισθοδρόμησης.

Στην εξωτερική πολιτική προτίμηση της Νέας Δημοκρατίας ήταν μια «ευρωατλαντική» στάση, η αποστασιοποίηση της χώρας από τις ενοποιητικές προσπάθειες στην Ένωση και από την επιδίωξη δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού πόλου στις διεθνείς σχέσεις. Προώθησε τη συνεργασία με τις ευρωπαϊκές χώρες που επιδιώκουν μια κοινή στάση Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΗΠΑ. Οι δυνατότητες που παρείχαν οι συμφωνίες του Ελσίνκι για πρόοδο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις απεμπολήθηκαν. Η λύση του Κυπριακού αντιμετωπίστηκε ως μία ενοχλητική και αποφευκτέα υποχρέωση. Τα Βαλκάνια μετατράπηκαν και πάλι σε γείτονες που μας επιβουλεύονται. Η Ελλάδα έπαψε να παρεμβαίνει στις εξελίξεις της Ένωσης και δεν μπορεί να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που παρέχει η συμμετοχή της. Κατεύθυνση υπήρξε η όσο πιο αφανής παρουσία της χώρας.

Στην οικονομική πολιτική η επιδίωξη δυσφήμισης της προηγούμενης κυβέρνησης οδήγησε τη Νέα Δημοκρατία στη γνωστή διαδικασία της«απογραφής», την οποία δεν μπόρεσε όμως να ελέγξει ως προς τις επιπτώσεις στη σχέση της χώρας με την Ένωση. Το αποτέλεσμα ήταν η Ένωση να λάβει μέτρα σε βάρος της Ελλάδας και να καταστεί η χώρα μας η πρώτη χώρα της Ένωσης που έχει τεθεί επίσημα υπό καθεστώς επιτήρησης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αυτή η εξέλιξη οδήγησε στον ασφυκτικό περιορισμό των επενδύσεων, στη συρρίκνωση των κοινωνικών πολιτικών, στην αύξηση της φορολογίας και στην συμπίεση των εισοδημάτων. Ο ρυθμός ανάπτυξης μειώθηκε. Αν δεν υπήρχαν έργα και προγράμματα, που είχαν σχεδιασθεί από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. θα ήταν ακόμη χαμηλότερος. Οι αρνητικές αυτές εξελίξεις είχαν ως συνέπεια την αβεβαιότητα για τη σταθερότητα της οικονομίας και της περαιτέρω πορείας της. Η ελληνική οικονομία πέρασε και πάλι στην κατηγορία των οικονομιών, όπου είναι επιβεβλημένη ιδιαίτερη προσοχή και οι κυβερνητικοί χειρισμοί δεν γεννούν εμπιστοσύνη.

Θα αναφέρω ενδεικτικά ως παράδειγμα για τις αρνητικές συνέπειες της κομματικής προσέγγισης της σημερινής κυβέρνησης την εφαρμογή του Γ’ Κ.Π.Σ. Το Γ’ Κ.Π.Σ. ξεκίνησε επί κυβερνήσεως ΠΑ.ΣΟ.Κ., αρχικά με αργούς ρυθμούς, ικανοποιητικά όμως αργότερα και με στόχο να ολοκληρωθεί μέχρι το 2006. Η κυβέρνηση της Ν.Δ. θέλησε το 2004 να «ξαναδεί» το περιεχόμενο των προγραμμάτων για να βεβαιωθεί ότι την εξυπηρετεί από πελατειακή και κομματική άποψη.

Μετά από καθυστέρηση πολλών μηνών διαπίστωσε την ματαιότητα αυτής της προσπάθειας και συνέχισε τα προγράμματα. Αποτέλεσμα όμως ήταν να επιβραδυνθεί κατά πολύ η πρόοδος της εφαρμογής των προγραμμάτων και να μην είναι πια δυνατή η τήρηση των υποχρεώσεων απέναντι στην Ένωση. Η κυβέρνηση αναζητά τώρα τρόπους να αποφύγει τις ποινές που επικρέμονται. Θα καθυστερήσει επίσης ουσιαστικά η έναρξη της εφαρμογής του επόμενου Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης. Κομματισμός, στενοκεφαλιά και γραφειοκρατία στο απόγειό τους.

Οι μεταρρυθμίσεις για τις οποίες επαίρεται η κυβέρνηση συνίστανται στην αντιμετώπιση γνωστών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας, όπως το ασφαλιστικό των τραπεζών ή η ιδιωτικοποίηση φορέων του Δημοσίου. Ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε η κυβέρνηση σχεδιάστηκε με κύριο κριτήριο την επιτυχημένη επικοινωνία. Η κυβέρνηση αδιαφόρησε για μια ουσιαστική πρόοδο στην αντιμετώπιση των θεμάτων. Αδιαφόρησε για τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αναλογικής κατανομής των βαρών στα στρώματα του πληθυσμού. Το ασφαλιστικό των Τραπεζών λύθηκε σε βάρος των εργαζομένων. Η εθελουσία έξοδος των εργαζομένων στον ΟΤΕ επιβαρύνει το κοινωνικό σύνολο και γι αυτό δεν έχει ακόμη καταστεί δυνατό να προχωρήσει η εφαρμογή της. Η διευθέτηση του χρόνου εργασίας οδήγησε κυρίως στον περιορισμό της καταβαλλόμενης στους εργαζόμενους αμοιβής για υπερωρίες προς όφελος των επιχειρήσεων.

Το κοινωνικό κράτος, το οποίο με προσπάθεια δημιούργησε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. θεωρήθηκε τη διετία της νεοδημοκρατικής διακυβέρνησης ως η κύρια αιτία δαπανών που δεν αποδίδουν και ως εκ τούτου πρέπει να καταργηθούν. Θεσμοί όπως η «Βοήθεια στο σπίτι», τα ΚΑΠΗ, το ΕΣΥ, τα ΚΕΠ αμφισβητήθηκαν. Πολλές μονάδες σε διάφορα νοσοκομεία και πολλά κέντρα υγείας υπολειτουργούν λόγω της βραδύτητας κάλυψης των αναγκαίων κενών θέσεων. Το ενδιαφέρον της για τις προσλήψεις στράφηκε για παράδειγμα αλλού, για παράδειγμα στους αγροφύλακες. Η κυβέρνηση ευνόησε με διάφορους τρόπους την αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ των οικονομικά ισχυρότερων είτε μέσω φορολογικών ρυθμίσεων είτε με τις αυξήσεις των τιμών είτε με πενιχρές αυξήσεις μισθών και συντάξεων, που σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν κατώτερες του πληθωρισμού για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια.

Η διετία αυτή ήταν περίοδος για την προετοιμασία της ελληνικής γεωργίας στη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική, στην κατάργηση δηλαδή των επιδοτήσεων στην παραγωγή και στην εφαρμογή ενός νέου συστήματος εισοδηματικών ενισχύσεων στον αγρότη. Σκοπός να σταματήσει η υπερπαραγωγή, να προωθηθεί η ποικιλία και η ποιότητα προϊόντων, να παράγει ο αγρότης με κριτήριο τη ζήτηση έχοντας εξασφαλίσει ένα εγγυημένο εισόδημα άσχετα από την παραγωγή. Η νέα ΚΑΠ αποτελεί τομή και χρειάζεται σχεδιασμό για να μπορέσει να έχει θετικά αποτελέσματα. Τέτοιος σχεδιασμός δεν έγινε αντιληπτός. Η κυβέρνηση δεν εξέθεσε τις επιδιώξεις, τους στόχους της, την αντίληψη για το μέλλον, τη στρατηγική της για τη νέα περίοδο. Αρκέστηκε μονάχα στα αναγκαία μέτρα για το ύψος των ποσών που θα δικαιούνται εφεξής οι αγρότες. Επιβάρυνε μάλιστα τους αγρότες με το κόστος της διαδικασίας αυτής αν και κατά τους κοινοτικούς κανονισμούς έπρεπε να το αναλάβει το κράτος. Χωρίς συνολικό σχέδιο όμως θα διολισθήσουμε και πάλι στη συζήτηση για το ύψος των ενισχύσεων και μόνο και δεν θα θιγούν άλλα βασικά προβλήματα, όπως η ποιότητα, η τυποποίηση, η διάθεση των προϊόντων, η λύση των οποίων μπορεί να συμβάλει θεαματικά στην αύξηση του εισοδήματος των αγροτών. Και εδώ λοιπόν οι ενέργειές της ήσαν ανεπαρκείς.

Η υπόθεση των υποκλοπών έδειξε το μέτρο της ευαισθησίας της κυβέρνησης για τη διαφάνεια, τη λειτουργία της δημοκρατίας και την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών. Η αρμόδια Αρχή για την προστασία του απορρήτου των τηλεπικοινωνιών δεν ενημερώθηκε έγκαιρα ώστε να εντοπίσει τους υπεύθυνους, η παραπομπή της υπόθεσης στη δικαιοσύνη υπό τους όρους που έγινε ήταν προσχηματική. Το συμπέρασμα είναι ότι στόχος της σκηνοθετημένης αποκάλυψης της υπόθεσης ήταν η συγκάλυψη της.

Στα θέματα της Δημόσιας Διοίκησης αναφέρθηκα ήδη. Ο χειρισμός τους δείχνει ότι τη διετία κυριάρχησε η πελατειακή νοοτροπία. Αλλά και η λειτουργία της κυβέρνησης αποτελεί αρνητικό πρότυπο. Η έλλειψη συντονισμού, η ευκαιριακή πολιτική, οι προσπάθειες όπως αυτή για το βασικό μέτοχο, δείχνουν ότι λείπει ένας γενικός στόχος, το σχέδιο για τη χώρα, η θέληση να ξεπεραστεί η υστέρηση. Δείχνουν ότι η ΝΔ ασκείται στην κυβερνητική εξουσία με όραμα την ενδυνάμωση της κομματικής της εξουσίας και όχι με όραμα για την κοινωνία. Γι αυτό και δεν προκύπτει συντονισμένη προσπάθεια. Όταν δεν υπάρχει ο συνεκτικός κρίκος μιας ευρύτερης πολιτικής προσπάθειας κυριαρχούν οι τακτικισμοί, οι εγωκεντρισμοί και οι ευκαιριακές και κατά περίπτωση κινήσεις.
Φίλες και φίλοι,

Πρέπει να δώσουμε νέα ώθηση στον εκσυγχρονισμό της κοινωνίας μας. Πρέπει να εγκαταλείψουμε τον «αυτόματο πιλότο» της δημαγωγίας και του λαϊκισμού και να καλλιεργήσουμε ένα νέο ήθος ευθύνης και εμπιστοσύνης στην κοινωνία. Πρέπει να υπερβούμε παγιωμένες ισορροπίες, που διαιωνίζουν την στασιμότητα και να τολμήσουμε νέα βήματα μπροστά. Η Ελλάδα, όπως πέτυχε την ένταξη στην ΟΝΕ, πρέπει και τώρα να βρει το δρόμο και να κινητοποιήσει όλες τις δημιουργικές δυνάμεις της για να πετύχει την πραγματική σύγκλιση. Είναι χρέος μας, για να πετύχουμε την αύξηση της ευημερίας των πολιτών, πιο πολλές δυνατότητες καλύτερης ζωής, περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη και κοινωνική συνοχή.

Σας ευχαριστώ.