Ομιλία στην Ολομέλεια της Βουλής για τον Οικονομικό Προϋπολογισμό του 2000

I. Η επισφράγιση τριών μεγάλων στόχων

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Ο προϋπολογισμός του 2000 συμβολίζει μια ιστορική στιγμή για την Ελλάδα. Είναι ο προϋπολογισμός ο οποίος επισφραγίζει τους τρεις μεγάλους στόχους που θέσαμε το 1996:

Πρώτον: είναι ο προϋπολογισμός της εισόδου μας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Η Ελλάδα το 2000 θα βρεθεί ισότιμα στον σκληρό πυρήνα των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η συμμετοχή μας στην ΟΝΕ θα εξαλείψει τα σημαντικότερα στοιχεία αβεβαιότητας, κινδύνου και πρόσθετου κόστους που χαρακτηρίζουν κατά κανόνα την λειτουργία της οικονομίας μιας μικρής χώρας.
Δεύτερον: είναι ο προϋπολογισμός που επισφραγίζει και δίνει νέα ώθηση στην αναπτυξιακή πορεία της χώρας. Από το 1996 ως σήμερα και από σήμερα ως το 2004 μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι η Ελλάδα θα διαθέτει έναν από τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε όλη την Ευρώπη.
Η ελληνική οικονομία κινείται σήμερα σε μια διαδικασία συνεχούς μετασχηματισμού, που παράγει όλο και πιο ορατά και στέρεα αναπτυξιακά αποτελέσματα. Εξυγίανση, σταθεροποίηση, αναδιάρθρωση, επενδύσεις, νέες υποδομές, εκσυγχρονισμός θεσμών, ιδιωτικοποιήσεις, αποτελούν μερικές από τις πιο σημαντικές αλλαγές που πετύχαμε στην οικονομία.
Τρίτον: ο προϋπολογισμός του 2000 επικυρώνει την θεμελιώδη επιλογή που εξαγγείλαμε στις προγραμματικές δηλώσεις του 1996. Είπαμε τότε, ότι οι «έχοντες και οι κατέχοντες» θα κληθούν να προσφέρουν αναλογικά στην κοινωνική και φορολογική δικαιοσύνη.

Στα τέσσερα αυτά χρόνια, εμπεδώσαμε μια εκτεταμένη πολιτική κοινωνικής αλληλεγγύης. Διασφαλίσαμε και επεκτείναμε το Κράτος Πρόνοιας. Κέντρο των πολιτικών μας είναι οι ασθενέστερες τάξεις και ομάδες πληθυσμού. Από το 1996 ως σήμερα η πολιτική μας αποσκοπεί συστηματικά στη δικαιότερη αναδιανομή των εισοδημάτων και του πλούτου.

Σταθεροί στόχοι μας είναι η εμβάθυνση της κοινωνικής συνοχής, η δημιουργία μιας κοινωνίας αλληλεγγύης, μιας κοινωνίας με κοινωνική δικαιοσύνη και προοπτική για τους ασθενέστερους. Στο μέτωπο της κοινωνικής συνοχής, της κοινωνικής αλληλεγγύης πετύχαμε ήδη πολλά. Στη νέα τετραετία 2000 – 2004, θα ολοκληρώσουμε τις πολιτικές πρόνοιας μέσω του κοινωνικού προϋπολογισμού συνολικού ύψους 45 τρις δρχ. από δημόσια και ιδιωτικά κεφάλαια.

Την τετραετία 1996 – 2000 αντιστρέψαμε δυναμικά μια πορεία στασιμότητας ή και επιδείνωσης της κοινωνικής θέσης των ασθενέστερων. Σήμερα η Ελλάδα συγκλίνει με την Ευρώπη όχι μόνον οικονομικά αλλά και κοινωνικά. Η Αντιπολίτευση προσπαθεί να μειώσει την αξία αυτής της επιτυχίας. Διαστρέφει τα δεδομένα, δεν διστάζει σε δημαγωγικούς χειρισμούς εκεί όπου τα στοιχεία είναι αδιάψευστα και το έργο μας είναι αδιαφιλονίκητο.

Επισημαίνω ορισμένες καίριες πτυχές και πολιτικές που έκαναν εφικτό το αποτέλεσμα αυτό:

Οι κοινωνικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ παρουσιάζουν τα τελευταία χρόνια συνεχή ανοδική πορεία και πλησιάζουν διαρκώς τον αντίστοιχο μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι πραγματικές αυξήσεις των μισθών, μόνο στα τρία τελευταία χρόνια είναι της τάξης του 8,5%, ενώ συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων απόλαυσαν πολύ μεγαλύτερες αυξήσεις. Αντίστοιχες βελτιώσεις πραγματοποιήθηκαν στις συντάξεις, ενώ για τους χαμηλοσυνταξιούχους η αύξηση στο Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης αντιπροσωπεύει μια επιπρόσθετη συνολική πραγματική βελτίωση του εισοδήματός τους κατά 20% περίπου.

Θέλω να σημειώσω, ότι οι φόροι τους οποίους καταβάλουν οι μισθωτοί και συνταξιούχοι με εισόδημα κάτω των 7.5 εκατ. δραχμών αντιπροσωπεύουν μόλις 3,7% στα συνολικά φορολογικά έσοδα. Η φορολογική πολιτική έγινε πιο δίκαιη, καθώς η σχέση άμεσων προς εμμέσους φόρους άλλαξε σημαντικά και από 42% το 1993 έγινε 64% το 1999. Η φορολογική επιβάρυνση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας, των χρηματιστηριακών συναλλαγών και των τραπεζών είχε επίσης αντίστοιχο αναδιανεμητικό χαρακτήρα.

Το μερίδιο της εργασίας στο Εθνικό Εισόδημα αυξήθηκε από τις αρχές της δεκαετίας μέχρι σήμερα από 36% στο 38% περίπου. Αντίθετα, το μερίδιο των εισοδημάτων από τόκους μειώθηκε από 13.9% το 1994 σε 8.7% το 1999. Αυτό σημαίνει, ότι μέσα σε 5 χρόνια 2 τρις δρχ., δεν δόθηκαν με τη μορφή κέρδους στους κατόχους κεφαλαίου, διατέθηκαν για κοινωνικές, αναπτυξιακές και σταθεροποιητικές λειτουργίες.

Οι μειώσεις των φόρων κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης και τη βενζίνη και η μείωση του ΦΠΑ για τη ΔΕΗ ευνοούν ιδιαίτερα τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους.
Το Σεπτέμβριο πήραμε γενναία μέτρα για την ενίσχυση των νοικοκυριών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που επλήγησαν από το σεισμό. Το πρόγραμμα αποκατάστασης προχωράει σύμφωνα με τους στόχους. Σήμερα έχουν παραδοθεί 6.400 λυόμενοι οικίσκοι που καλύπτουν όλους τους δικαιούχους.

 

II.Η οικονομία μετά την ένταξη στην ΟΝΕ

Κυρίες και κύριοι,

Τον επόμενο Μάρτιο η κυβέρνηση θα υποβάλλει την αίτηση ένταξης στην ΟΝΕ. Η οικονομία μας ήδη καλύπτει τα τέσσερα από τα πέντε κριτήρια. Ως προς το κριτήριο του πληθωρισμού θα έχουμε μια πορεία γεμάτη πιέσεις και δυσκολίες μέχρι το τέλος. Όπως γνωρίζετε, η απρόβλεπτη και σημαντική άνοδος της τιμής του πετρελαίου επηρέασε αρνητικά τις τιμές. Όμως, η χώρα μας θα πετύχει να καλύψει και αυτό το κριτήριο. Η Ελλάδα θα πετύχει το στόχο της. Από 1η Ιανουαρίου 2001 η χώρα μας θα είναι το 12ο μέλος της ΟΝΕ. Θα ολοκληρώσουμε μια τεράστια προσπάθεια με τη στήριξη του ελληνικού λαού.

Μία από τις τυποποιημένες πλέον επικρίσεις της αντιπολίτευσης είναι ότι οι προοπτικές της οικονομίας μας μέσα στην ΟΝΕ δεν είναι καλές. Αφού η αντιπολίτευση είχε προβλέψει ότι θα αποτύχουμε να ενταχθούμε στην ΟΝΕ και διαψεύστηκε πανηγυρικά καλλιεργεί τώρα τους φόβους και την κινδυνολογία για το μετά. Τι θα συμβεί, αγαπητοί συνάδελφοι, με την οικονομία μας όταν ενταχθούμε στην ΟΝΕ; Όπως μέχρι τώρα έτσι και αύριο η πορεία μας θα είναι σταθερή με ταχύτερη ανάπτυξη και περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη. Οι ρυθμοί ανάπτυξης προβλέπεται να ξεπεράσουν το 4%. Χρήσιμο θα ήταν να εξηγήσει η Νέα Δημοκρατία κάποτε απλά και πειστικά τους λόγους που τεκμηριώνουν τους φόβους της.

Η μετά την ΟΝΕ εποχή θα είναι εποχή ακόμη μεγαλύτερης βελτίωσης των συνθηκών ευημερίας και ανάπτυξης. Θα χαρακτηρίζεται από:

Σημαντικά μεγαλύτερη νομισματική σταθερότητα.
Μεγάλη μείωση επιτοκίων, αντίστοιχη μείωση του κόστους της παραγωγής και των επενδύσεων και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του παραγωγικού μας συστήματος.

Τα επιτόκια θα πέσουν θεαματικά και αντίστοιχα θεαματικά θα αυξάνονται οι οικονομικές δυνατότητες.

Μείωση του κόστους χρηματοδότησης των νοικοκυριών για κάλυψη καταναλωτών και επενδυτικών αναγκών. Τα φτηνότερα στεγαστικά δάνεια είναι ένα παράδειγμα.
Την ακόμη μεγαλύτερη απελευθέρωση πόρων για τη χρηματοδότηση της κοινωνικής μας πολιτικής.
Σταθερό μακροοικονομικό πλαίσιο αναφοράς, που επιτρέπει μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και μειώνει το στοιχείο του κινδύνου για αποφάσεις.

Η επιτυχία δεν είναι αποτέλεσμα τύχης. Χωρίς σωστές επιλογές, σχέδιο και συνέπεια στην εφαρμογή κανένα αποτέλεσμα δεν είναι δεδομένο. Προβλήματα θα υπάρχουν, όπως υπάρχουν και σήμερα στις χώρες της ζώνης Ευρώ και οπουδήποτε αλλού στον κόσμο. Θα είμαστε πιο δυνατοί και πιο αποτελεσματικοί στην αντιμετώπισή τους.

 

III. Η νέα αναπτυξιακή ώθηση για το 2000-2004

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Να το πούμε καθαρά: Κανένας κίνδυνος δεν υπάρχει στην ΟΝΕ, παρά μόνον οφέλη, όταν κανείς γνωρίζει πώς να εκμεταλλευτεί τις μεγάλες ευκαιρίες που διανοίγονται.

Εμείς, το ΠΑ.ΣΟ.Κ., οδηγήσαμε με σταθερό χέρι την πορεία της χώρας προς την ΟΝΕ.

Εμείς, το ΠΑ.ΣΟ.Κ., έχουμε το σχέδιο, τη γνώση, την εμπειρία και το όραμα για την Ελλάδα στο νέο περιβάλλον της ΟΝΕ.

Έχουμε το σχέδιο και τη γνώση, ώστε από το 2000 ως το 2004 να υπάρξει νέα αναπτυξιακή ώθηση. Έχουμε σχεδιάσει τους τρόπους ώστε οι μεγάλες επενδύσεις του Β’ και Γ’ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης να δράσουν πολλαπλασιαστικά. Εξασφαλίζουμε ένα πλέγμα υποδομών στις μεταφορές, στο ανθρώπινο κεφάλαιο, την εκπαίδευση, την βιομηχανία, τον τουρισμό, στον αγροτικό τομέα, ώστε να αποδώσουν πολλαπλάσια από σήμερα, που βρίσκονται στην τροχιά της ολοκλήρωσής τους.

Η σημαντική μείωση του χρηματοοικονομικού κόστους θα ενισχύσει ακόμα πιο αποφασιστικά την ανταγωνιστικότητα της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Οφέλη στην οικονομία θα προκύψουν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, τόσο λόγω των έργων που θα γίνουν όσο και λόγω της ώθησης στον τουρισμό, και στις οικονομικές δραστηριότητες σε όλη τη χώρα.

Η πολιτική ειρήνης και συνεργασίας που εφαρμόζουμε στα Βαλκάνια, αποτελεί τον κύριο αρωγό των δυναμικών και αποδοτικών οικονομικών συνεργασιών στην περιοχή. Ήδη η πραγματική οικονομία εξελίσσεται δυναμικά. Εκατοντάδες εξαγορές, συγχωνεύσεις, συμμαχίες και κοινές δράσεις υποδηλώνουν μια σημαντική κινητικότητα και αναδιάρθρωση. Οι ιδιωτικές επενδύσεις γνωρίζουν ρυθμούς πολύ υψηλούς. Συνεχώς εκδηλώνεται ένα όλο και πιο έντονο ενδιαφέρον Ελλήνων και ξένων επενδυτών για επενδυτικά σχέδια και ευκαιρίες. Οι επιχειρήσεις επενδύουν στον εκσυγχρονισμό του μηχανολογικού τους εξοπλισμού με την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών αιχμής, κυρίως στην πληροφορική. Κατακτούν νέες αγορές μέσω εξαγωγών και επενδύσεων στις χώρες της Βαλκανικής και όχι μόνο.

Υπάρχουν πλέον ελληνικές επιχειρήσεις σε πολλούς σημαντικούς κλάδους, οι οποίες χαρακτηρίζονται από υγιή χρηματοοικονομική κατάσταση και σύγχρονη παραγωγική διάρθρωση. Υπάρχουν πλέον δυναμικές ελληνικές επιχειρήσεις που είναι σε θέση να αξιοποιούν την ευνοϊκή εσωτερική και διεθνή συγκυρία επιτυγχάνοντας υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Πολλές μεγάλες αλλά και μεσαίες επιχειρήσεις έχουν αυξήσει σημαντικά την παραγωγική τους δυναμικότητα και επεκτείνουν την δραστηριότητά τους και στο εξωτερικό. Τα τελευταία δύο χρόνια στις περισσότερες επιχειρήσεις της μεταποιητικής βιομηχανίας, παρατηρείται αύξηση της παραγωγής και των πωλήσεων, με ταυτόχρονη συμπίεση του κόστους παραγωγής και βελτίωσης της κεφαλαιακής δομής των επιχειρήσεων.

Αυτές τις διαπιστώσεις για την ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας στην χώρα δεν τις κάνουμε μόνο εμείς ως κυβέρνηση. Είναι διαπιστώσεις έγκυρων διεθνών οίκων, διαπιστώσεις έγκυρων αναλυτών, διαπιστώσεις όλων των φορέων της οικονομίας. Δυσκολεύεται μόνον η Νέα Δημοκρατία να το δεχτεί.
Αλλά είναι μόνιμο φαινόμενο πλέον η πολιτική αχρωματοψία της Νέας Δημοκρατίας. Και δεν εκπλήσσει κανέναν.

Η αναδιάρθρωση που επήλθε στην οικονομία μας στα τελευταία χρόνια έχει την πιο παραστατική της έκφραση στο τραπεζικό σύστημα και την κεφαλαιαγορά. Ένας τραπεζικός τομέας με άλλη διάταξη, ανταγωνιστικός, με δυνατότητα να καλύψει τις σύγχρονες ανάγκες επιχειρήσεων και καταναλωτών διαμορφώνεται. Το Χρηματιστήριο, η Νέα Χρηματιστηριακή Αγορά για ΜΜΕ, τα μέτρα διαφάνειας έδωσαν μια σημαντικότατη ώθηση στο θεσμό της κεφαλαιαγοράς. Θεωρώ χρήσιμο να σας αναφέρω μερικά χαρακτηριστικά στοιχεία:

Από το 1994 μέχρι σήμερα 100 νέες επιχειρήσεις εισήχθησαν στην κύρια και παράλληλη αγορά, έναντι 158 που είχαν εισαχθεί όλες τις προηγούμενες δεκαετίες.
Οι απασχολούμενοι στις εταιρίες αυτές φτάνουν τις 105.000 περίπου. Τα 2/3 των εταιριών που εισήλθαν στην αγορά αυτή ήσαν μικρομεσαίες μονάδες.

Τα παραπάνω φανερώνουν ότι στο κρίσιμο για το παραγωγικό σύστημα της χώρας πεδίο της κεφαλαιαγοράς πραγματοποιούνται ισχυρότατες αλλαγές, οι θετικές αναπτυξιακές επιδράσεις των οποίων θα καταγραφούν πολύ περισσότερο στα επόμενα χρόνια.

Στα Βαλκάνια πάνω από 3.500 ελληνικές επιχειρήσεις έχουν ιδρύσει αυτοτελώς ή σε συνεργασία με εγχώριους επενδυτές, θυγατρικές μονάδες, ενώ υπάρχουν και σημαντικές εξαγορές στις τράπεζες, στα πετρέλαια, στις τηλεπικοινωνίες. Είναι ένα φαινόμενο που δεν έχει προηγούμενο. Για την οικονομική ανασυγκρότηση των Βαλκανίων υλοποιούμε ένα επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 180 δις δρχ., το οποίο θα ενισχύσει την παρουσία και τη συνεργασία των ελληνικών επιχειρήσεων στην περιοχή αυτή. Η Θεσσαλονίκη και η Β. Ελλάδα γενικότερα γνωρίζουν ένα συνεχή δυναμικό μετασχηματισμό της θέσης τους.

Όλα αυτά είναι πρωτόγνωρες αλλαγές για τη χώρα μας. Η κυβέρνησή μας πιστεύει ότι μέσα στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται, η Ελλάδα θα πάει μπροστά. Η Ελλάδα θα πάει μπροστά με καθαρές πολιτικές προτάσεις. Με σχέδιο και όραμα. Με μέθοδο και προοπτική. Με υπεύθυνη εργασία και όχι με ανεύθυνες κραυγές. Με γόνιμη δημιουργικότητα και όχι με στείρο αρνητισμό.

Το 2000 ο ελληνικός λαός θα δώσει και πάλι την εντολή του στην καθαρή πολιτική πρόταση της κυβέρνησής μας. Για ασφάλεια, πρόοδο και κοινωνική αλληλεγγύη. Για την ισχυρή και ισότιμη Ελλάδα στην Ενωμένη Ευρώπη.

 

IV. Η ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας

Το 2000 όμως, δεν είναι μόνο η χρονιά στην οποία η ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ θα φτάσει στο κορυφαίο σημείο της απόφασης και οι κόποι και οι θυσίες πολλών ετών θα βρουν τη δικαίωσή τους. Είναι επιπλέον μια χρονιά στην οποία ανοίγουν νέες συνθήκες σταθερότητας και προοπτικών στο εξωτερικό, αλλά και στο συνολικό περιβάλλον της χώρας. Όπως όλοι γνωρίζετε, στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής στο Ελσίνκι η Ελλάδα πέτυχε την ομόφωνη γνώμη των 14 εταίρων της για μια σειρά από κρίσιμα θέματα σχετικά με την Κύπρο, και την αναγνώριση από πλευράς Τουρκίας της δικαιοδοσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, του Διεθνούς Δικαίου, και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και βασικών αξιών της δημοκρατικής λειτουργίας.

Είχαμε την πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή στο Ελσίνκι και δεν θα επεκταθώ στο θέμα. Όμως, είναι σημαντικό να επαναλάβω, ότι ανοίγει ένα νέο μεγάλο κεφάλαιο όχι μόνο για τις ελληνο – τουρκικές σχέσεις, αλλά και για την πορεία της χώρας γενικότερα. Δημιουργήθηκαν προϋποθέσεις, οι οποίες εφόσον αξιοποιηθούν σωστά από όλες τις πλευρές θα εξασφαλίσουν ένα κλίμα ομαλότητας, ένα συναίσθημα ασφάλειας και συνθήκες συνεργασίας στην περιοχή. Η σημασία μιας τέτοιας αλλαγής θα είναι πολύ σοβαρή για την οικονομία και τη θέση της χώρας τόσο στην ευρύτερη περιοχή, όσο και συνολικά στην Ευρώπη.

Η ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας μας και η σημασία της για την οικονομία έχει όμως και μια αντίστροφη όψη. Οι επιδόσεις που πετύχαμε στην οικονομία μας όλα αυτά τα χρόνια ήταν σημαντικές για τις εξωτερικές μας σχέσεις. Για το αποτέλεσμα του Ελσίνκι και τη στήριξη των 14 εταίρων μας. Υπάρχει μια αλληλεξάρτηση του οικονομικού, του κοινωνικού και του διεθνο-πολιτικού στοιχείου που το ένα ενισχύει το άλλο και αντίστροφα. Και έχουμε καταφέρει στη φάση αυτή να ακολουθήσουμε μια πορεία που ωφελεί τη χώρα συνολικότερα.

 

V. Το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης

Η επόμενη χρονιά συνδέεται επίσης και με άλλες δύο σημαντικότατες εξελίξεις.
Η πρώτη αφορά την έναρξη εφαρμογής του Τρίτου Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης ύψους 15 τρις δρχ., η προετοιμασία και η διαπραγμάτευση του οποίου με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχωράει, έτσι ώστε σύντομα να υπάρξει έγκριση του Σχεδίου που έχει εκπονηθεί. Με το Γ’ ΚΠΣ θα προχωρήσει περαιτέρω ο οικονομικός και κοινωνικός μετασχηματισμός της χώρας και της υπαίθρου. Τα μεγάλα έργα που εκτελούνται, θα επεκταθούν σημαντικά, ενώ νέα έργα θα ξεκινήσουν.

Αναφέρω ενδεικτικά το Δυτικό Άξονα, τη διπλή ηλεκτροκίνηση του σιδηροδρομικού άξονα Αθήνας – Θεσσαλονίκης, τη γέφυρα Ρίου – Αντιρρίου, την ολοκλήρωση της Εγνατίας, του αεροδρομίου των Σπάτων και των οδικών αξόνων της Αττικής, το Μετρό Θεσσαλονίκης και τη σημαντική επέκταση του Μετρό της Αθήνας, και πολλά σημαντικά έργα σε λιμάνια, αεροδρόμια, νοσοκομεία, στην ενέργεια, στον αγροτικό τομέα, στον πολιτισμό, στις περιφέρειες όλης της χώρας.

Με το φιλόδοξο αυτό αναπτυξιακό σχέδιο επιδιώκουμε:

Να ολοκληρώσουμε ένα σύνολο μεγάλων έργων αναπτυξιακής ή κοινωνικής υποδομής.
Να δημιουργήσουμε υποδομές, οι οποίες θα εξυπηρετήσουν όσο γίνεται ευρύτερα τις δραστηριότητες όλων των τομέων, όπως της βιομηχανίας, των ΜΜΕ, της γεωργίας, του τουρισμού, της τεχνολογίας.
Να επενδύσουμε στο ανθρώπινο δυναμικό, τη νεολαία, τους εργαζόμενους.
Να καταπολεμήσουμε τον κοινωνικό αποκλεισμό και την ανεργία.
Να στηρίξουμε τη γεωργία, ώστε να ενισχυθεί η αγροτική παραγωγή και ανταγωνιστικότητα και η αναπτυξιακή προοπτική της γεωργίας και της υπαίθρου.
Να ενισχύσουμε τις μειονεκτικές ορεινές και νησιωτικές περιοχές με ειδικές αναπτυξιακές δράσεις.
Να επενδύσουμε στον Πολιτισμό και στην ιστορία μας, με την υλοποίηση ορισμένων σημαντικών έργων, όπως το Μουσείο Ακρόπολης, την επέκταση του Αρχαιολογικού Μουσείου, τους αρχαιολογικούς χώρους που συνδέονται με τους Ολυμπιακούς αγώνες το 2004, άλλα σημαντικά έργα στη χώρα.
Το Γ’ ΚΠΣ θα συμπυκνώσει τις πολιτικές επιλογές μας για μια ισόρροπη κατανομή της ευημερίας στην Ελλάδα, για μια ισχυρή αναπτυξιακή ώθηση, για μια χρήση των πόρων που να αποδίδει τη μέγιστη δυνατή ωφέλεια στους πολίτες.

 

VI. Τα μέτρα φορολογία και κοινωνικής δικαιοσύνης

Η δεύτερη σημαντική εξέλιξη αφορά αποφάσεις που η κυβέρνησή μας πήρε τον περασμένο Σεπτέμβριο σε θέματα φορολογίας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Οι αποφάσεις αυτές στηρίχθηκαν στη διαπίστωση, ότι η πολιτική που εφαρμόσαμε, οδήγησε σε μια τέτοια βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών της χώρας, ώστε υπήρχαν δυνατότητες ανάπτυξης νέων πολιτικών αναδιανομής και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Ο διπλασιασμός του αφορολογήτου ορίου, η κατάργηση των αντικειμενικών κριτηρίων και η μείωση της φορολογίας κερδών για τις ΜΜΕ, οι σοβαρές αυξήσεις στις αγροτικές συντάξεις και στο Ειδικό Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης για τους χαμηλοσυνταξιούχους, όπως και οι μειώσεις φόρων σε είδη μαζικής κατανάλωσης (πετρέλαιο, αυτοκίνητα) σημαίνουν μια αύξηση του πραγματικού εισοδήματος των φορολογούμενων ύψους 450 δις δρχ. περίπου. Ο διπλασιασμός του τέλους χρηματιστηριακών συναλλαγών αποτέλεσε επίσης μια δίκαιη πράξη αναδιανομής και αλληλεγγύης. Τα αφορολόγητα οφέλη του τομέα αυτού ενισχύουν ιδίως τις πιο αδύναμες ομάδες του πληθυσμού. Όλες αυτές οι αποφάσεις αφορούν στο μεγαλύτερο τμήμα τους το 2000 και θα δημιουργήσουν ένα νέο κλίμα στην οικονομία και την κοινωνία.

 

VII. Οι ισχυρισμοί της Αντιπολίτευσης

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Σήμερα στην τελευταία συζήτηση για τον προϋπολογισμό αυτής της Βουλής, η παράταξη μας κάνει έναν υπερήφανο απολογισμό του έργου της. Πετύχαμε τους βασικούς στόχους μας σε όλους του τομείς. Ακόμα πιο συγκεκριμένα, επιτύχαμε τους πιο δύσκολους στόχους στην οικονομία. Ανατρέψαμε το πλαστό δίλημμα «σταθεροποίηση ή ανάπτυξη» και επιτύχαμε τον δικό μας στόχο: «ανάπτυξη με κοινωνική δικαιοσύνη».
Πέρυσι σ’ αυτή την αίθουσα, στην ίδια συζήτηση, ακούστηκαν πολλά και εύκολα από τα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Ο κ. Καραμανλής διαβεβαίωνε τον ελληνικό λαό ότι η χώρα βρίσκεται σε περίοδο παρατεταμένης κοινωνικής και οικονομικής παρακμής. Ότι με αλχημείες παρουσιάζουμε βελτιωμένες οικονομικές επιδόσεις στους διεθνείς οργανισμούς. Ότι στην Ιονική οδηγηθήκαμε σ’ ένα φιάσκο. Ότι εγώ προσωπικά αδυνατώ να διαπραγματευτώ το θέμα των πόρων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.

Ο κ. Κωνσταντόπουλος διαβεβαίωνε τον ελληνικό λαό ότι θα ενταχθούμε στην ΟΝΕ με μια οικονομία εξουθενωμένη. Ότι η κυβέρνηση είναι εγκλωβισμένη στη λογική της κάλυψης κάποιων ονομαστικών δεικτών, για τους οποίους εξεδήλωσε την άκρατη περιφρόνησή του. Ότι οι κινήσεις μας στην οικονομία υπακούουν στις ανάγκες του Συνεδρίου μας, στις ανάγκες των ευρωεκλογών και των γενικών εκλογών.

Η κα. Παπαρήγα μίλησε για θρασύτατη επίθεση στις εργατικές και λαϊκές κατακτήσεις, για ανάπτυξη που όχι μόνο δεν διασφαλίζει τις θέσεις εργασίας, αλλά τις μειώνει. Για τον ψευτοεθνικό στόχο της ΟΝΕ.

Ο κ. Τσοβόλας διαβεβαίωνε ότι υποθηκεύσαμε το μέλλον της Ελλάδας, του ελληνικού λαού, της ελληνικής νεολαίας. Μίλησε για κοινωνικά ανάλγητη κυβέρνηση, για καταστροφική πολιτική για την ελληνική οικονομία, για την ελληνική κοινωνία και την Ελλάδα. Ότι κάναμε δημοσιονομική αφαίμαξη.

Όμως κάποτε, και οι πολιτικοί πρέπει να είναι υπόλογοι για την αξιοπιστία των λόγων τους. Πρέπει να εξηγήσουν στο λαό ποια ήταν η σχέση της καταστροφολογίας τους με τα όσα πραγματοποιήθηκαν. Ένα χρόνο μετά ο κάθε πολίτης μπορεί να διαπιστώσει ότι η αντιπολίτευση της χώρας εξακολουθεί να αδυνατεί να σπάσει το φαύλο κύκλο της μίζερης πολιτικής αντίληψης που καλλιεργεί, του κενού αντιπολιτευτικού λόγου, της παγίδας του διάχυτου αρνητισμού.

Η χώρα πάει μπροστά, η κοινωνία πάει μπροστά, η Αντιπολίτευση μένει όλο και πιο πίσω. Η Αντιπολίτευση πιστεύει ότι με την αγκίστρωση στην υπερβολή, στο δικανικό καταγγελτικό λόγο, στο παιχνίδι των εκφράσεων συχνά, μπορεί να κερδίσει την εμπιστοσύνη του κόσμου. Όμως η ελληνική κοινωνία απαιτεί από την αντιπολίτευση υπευθυνότητα, γόνιμη αντίληψη, οραματική τοποθέτηση και σοβαρή κριτική. Και η ελληνική κοινωνία είναι απόλυτα ώριμη να διακρίνει τι είναι σοβαρό και χρήσιμο για την πρόοδο του τόπου και τι όχι.

Φυσικά και υπάρχουν ακόμα αδυναμίες στο ένα ή άλλο μέτωπο της μάχης. Η Κυβέρνησή μας όμως, κάνει συνεχώς προσπάθειες να βελτιώσει αδυναμίες και να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα. Το δείξαμε με τις πυρκαγιές. Το δείξαμε με τους σεισμούς. Το δείξαμε με την ασφάλεια των συνοριακών περιοχών και της χώρας γενικότερα. Η κυβέρνησή μας διαθέτει ένα συνολικό όραμα, διαθέτει αισθητήριο για το τι χρειάζεται και ζητά ο ελληνικός λαός, προσπαθεί συνεχώς με όλες της τις δυνάμεις να δημιουργήσει μια νέα Ελλάδα. Μια Ελλάδα ανανεωμένη, ικανή να πηγαίνει μπροστά, σύμφωνα με τις απαιτήσεις των καιρών, μια Ελλάδα δυναμική και υπερήφανη.

VIII. Το Πρόγραμμα Σύγκλισης της Ελληνικής οικονομίας

Κυρίες και κύριοι,

Πρόσφατα ολοκληρώσαμε την αναμόρφωση του Προγράμματος Σύγκλισης της οικονομίας μας για τα χρόνια μέχρι το 2002. Στο πρόγραμμα αυτό αποτυπώνονται οι εκτιμήσεις και οι στόχοι της κυβέρνησης για βασικά οικονομικά μεγέθη στα επόμενα χρόνια. Στα χρόνια αυτά η οικονομία μας θα αυξάνεται με μέσο ετήσιο ρυθμό 4,1%. Η σύγκλιση προς την Ευρωπαϊκή Ένωση θα έχει προχωρήσει. Οι επενδύσεις θα αυξάνονται κατά 9,2% αντίστοιχα. Ένας ρυθμός εξαιρετικός για τις αναπτυξιακές και κοινωνικές προοπτικές της χώρας. Η απασχόληση θα αυξηθεί κατά 170 χιλιάδες άτομα περίπου στα τρία επόμενα χρόνια. Το δημοσιονομικό έλλειμμα θα έχει εξαλειφθεί πλήρως.

Προσωπικά, αγαπητοί συνάδελφοι, δεν μου αρέσει η υπεραισιοδοξία. Νομίζω όμως ότι μπορώ να προβλέψω τεκμηριωμένα ότι η επόμενη πενταετία, αν γίνει σωστή εκτίμηση και διαχείριση των θεμάτων, αν συνεχίσουμε να βελτιώνουμε τις αδυναμίες μας, αν ρίξουμε τις δυνάμεις μας στα μέτωπα που έχουν προτεραιότητα, και ιδιαίτερα στην απασχόληση, την ανάπτυξη, τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας και των θεσμών, οι Έλληνες, όλοι οι Έλληνες, θα γνωρίσουν μια ακόμα πιο σημαντική ισχυροποίηση της ευημερίας τους, της ποιότητας ζωής τους, του κοινωνικού και δημοκρατικού χαρακτήρα των θεσμών της χώρας, της θέσης της χώρας μας στο διεθνές σύστημα.

Οι αλλαγές που ήδη υλοποιούνται στις τηλεπικοινωνίες, στην ενέργεια, στις μεταφορές, στο χρηματοδοτικό σύστημα, θα αποτελέσουν μείζονες πηγές αναπτυξιακής δυναμικής στην επόμενη δεκαετία. Θα συμβάλουν στην παραγωγή, στην απασχόληση, στην αγοραστική δυνατότητα του καταναλωτή.

IX. Η πρόκληση για την καταπολέμηση της ανεργίας και την απασχόληση

Θέλω να επισημάνω, ότι από τα μεγάλα προβλήματα και προκλήσεις στα οποία θα επικεντρωθεί η πολιτική μας στα επόμενα χρόνια, το πρόβλημα της απασχόλησης έχει πρώτη προτεραιότητα. Δεν αφορά μόνο τους άνεργους. Αφορά μεγάλο αριθμό και εργαζόμενων, με στόχο να κάνει πιο σίγουρη την απασχόληση, την ικανότητα διατήρησης και βελτίωσης του επιπέδου ευημερίας. Η κυβέρνησή μας φιλοδοξεί να καταγραφεί η τετραετία 2000-2004 ως η τετραετία της απασχόλησης.

Σήμερα η χώρα έχει ένα ολοκληρωμένο Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Απασχόληση, που στόχο έχει να κινητοποιήσει το σύνολο των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας στην αντιμετώπιση της ανεργίας. Αποτέλεσμα των νέων πολιτικών, αλλά και των θετικών ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ ήταν να αυξηθεί η απασχόληση μεταξύ 1996 και 2000 κατά 195 χιλιάδες θέσεις. Υποσχεθήκαμε 180 χιλιάδες. Θα έχουμε πετύχει 195 χιλιάδες. Η Νέα Δημοκρατία είχε υποσχεθεί 100 χιλ. Δημιούργησε μόλις 1.100 θέσεις. Όμως το πρόβλημα μας απασχολεί. Και αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα των πολιτικών μας.

Στο πρόβλημα της ανεργίας αδίκως εξαντλεί τις δυνάμεις της η αντιπολίτευση. Πολύ περισσότερο από κάθε άλλον η κυβέρνηση έχει νοιαστεί για το θέμα. Όμως το φαινόμενο είναι παγκόσμιο και διαρθρωτικό. Τα θετικά αποτελέσματα, αργούν εκτός αν ανατρέψει κανείς βασικούς κοινωνικούς κανόνες και κεκτημένα. Όποιος στην κριτική του μανία πιστεύει ότι υπάρχουν μαγικές λύσεις, ας περάσει από την επίκριση σε όλα, στην παρουσίαση της συνταγής που διαθέτει. Θα ήταν ενδιαφέρον όχι μόνο για μας, αλλά και για πολλές άλλες κυβερνήσεις που πασχίζουν στο μέτωπο αυτό.

Όμως είναι πια γνωστό ότι η ανεργία έχει σε μεγάλο βαθμό διαρθρωτικό χαρακτήρα. Ότι συνδέεται στενά με το σύνολο των τεχνολογικών, ανταγωνιστικών και οργανωτικών αλλαγών που συντελούνται σε παγκόσμια κλίμακα και εξαρτάται όλο και λιγότερο από εθνικές πολιτικές. Μπορώ να σας αναφέρω, ότι σε 500 ελληνικές βιομηχανικές επιχειρήσεις, οι οποίες μεταξύ 1985 και 1997 αύξησαν κατά 228% τα πάγια κεφάλαιά τους, και κατά 370% το ενεργητικό τους, η απασχόληση μειώθηκε από 162 χιλ. σε 150 χιλ. άτομα. Η τάση αυτή σφραγίζεται από το είδος και την ένταση του ανταγωνισμού, την τεχνολογική αλλαγή και την αναδιάρθρωση την οποία με καθυστέρηση διανύει η ελληνική οικονομία στο σύνολό της.

Οι προοπτικές πάντως, που διαμορφώνονται με βάση τα σημερινά δεδομένα δημιουργούν τη βεβαιότητα για αποτελεσματική μείωση της ανεργίας και αύξηση της απασχόλησης, στα επόμενα χρόνια. Το σταθερό και αναπτυξιακό μακροοικονομικό περιβάλλον, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και αναβάθμιση και η αποτελεσματική σύνδεση αρχικής και συνεχιζόμενης κατάρτισης, η στήριξη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, τα μεγάλα και μικρά τεχνικά έργα, η Ολυμπιάδα του 2004, καθώς και οι αυξημένοι κοινωνικοί πόροι συνθέτουν τα στοιχεία μιας «επιθετικής πολιτικής» στον τομέα της απασχόλησης. Η Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Απασχόληση είναι μια επί πλέον εγγύηση για την επίτευξη των στόχων μας.

 

X. Η ανάγκη μετασχηματισμού του δημόσιου τομέα

Βασική προϋπόθεση στην αντιμετώπιση των σύγχρονων προβλημάτων και προκλήσεων είναι ένα σύγχρονο Κράτος. Ο μετασχηματισμός του δημόσιου τομέα ώστε να παρακολουθεί το μετασχηματισμό της κοινωνίας και της οικονομίας.

Η κυβέρνησή μας από την αρχή προχώρησε σε σημαντικότατες διαρθρωτικές αλλαγές. Εισάγαμε βελτιωμένα συστήματα επιλογής διοίκησης και διαχείρισης στις δημόσιες επιχειρήσεις. Η μετοχοποίηση ή ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεων οδήγησε στον εξορθολογισμό της λειτουργίας τους, ενώ σε ορισμένους τομείς, όπως ιδιαίτερα του τραπεζικού, προκάλεσε μια πρώτου μεγέθους αναβάθμιση της ανταγωνιστικότητας και της ισχύος τους. Εφαρμόσαμε το σχέδιο Καποδίστριας και την αποκέντρωση στη διοίκηση του Κράτους.

Καταργήσαμε την επετηρίδα στους διορισμούς στα σχολεία. Εισάγαμε νέους θεσμούς, όπως το ΑΣΕΠ, το Συνήγορο του Πολίτη, την Αρχή Προστασίας των Προσωπικών Δεδομένων, τους ελεγκτές Δημόσιας Διοίκησης. Καθιερώσαμε διαδικασίες αυτοελέγχου των κυβερνητικών αποφάσεων από αντικειμενικούς κριτές. Οι νέοι αυτοί θεσμοί μεταλλάσσουν τη δομή και την οργάνωση του Κράτους καταπολεμώντας χρόνιες αδυναμίες, όχι μόνο της διοίκησης, αλλά και της κοινωνίας και του πολιτικού μας συστήματος.

Καταργήσαμε τις πελατειακές σχέσεις στις προσλήψεις του δημόσιου τομέα. Μειώσαμε τους δημόσιους υπαλλήλους σύμφωνα με τις αρχές που θέσαμε. Οι τακτικοί και έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι είναι σήμερα 106,6 χιλιάδες έναντι 118,4 χιλιάδες το 1993. Σε αυτούς δεν συμπεριλαμβάνονται οι υπάλληλοι του Υπουργείου Παιδείας, δηλ. οι δάσκαλοι και καθηγητές, που αυξήθηκαν κατά 19,000 περίπου, αντίστοιχα. Όμως αυτό είναι συμβατό με το βάρος που δώσαμε στην Παιδεία. Και επιτέλους συνάδελφοι, ας αποφασίσει η αντιπολίτευση τι θέλει με την κριτική της.

Μας κατηγορεί ότι γενικά αυξήσαμε τις προσλήψεις; Ψεύδεται. Μας κατηγορεί ότι κακώς αυξήσαμε το εκπαιδευτικό προσωπικό; Ας το πει ξεκάθαρα και με θάρρος στον ελληνικό λαό.

 

XII. Οικονομική σύγκλιση -κοινωνική και πολιτική ισορροπία και συγκρότηση

Κυρίες και κύριοι,

Στα χρόνια που έπονται έχει σημασία να ξέρουμε πού θέλουμε να πάμε. Ποιες είναι οι προτεραιότητες. Να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα, να συνεχίσουμε την πορεία που αρχίσαμε εδώ και λίγα χρόνια. Όραμά μας είναι η Ελλάδα και η ελληνική κοινωνία να αποτελέσουν υπόδειγμα όχι μόνο επιτυχημένης οικονομικής σύγκλισης, αλλά και κοινωνικής και πολιτικής ισορροπίας και συγκρότησης.

Το όραμα αυτό είμαστε αποφασισμένοι να το πραγματοποιήσουμε.

Στις εκλογές του 2000 ο λαός θα δώσει και πάλι την εντολή στο ΠΑΣΟΚ.

Για να συνεχιστεί η πορεία προς την πρόοδο, την ανάπτυξη και την ευημερία.
Για να συνεχιστεί η πορεία προς την κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη. Για μία πιο δίκαιη κοινωνία για τους ασθενέστερους, για τον Έλληνα εργαζόμενο, τον Έλληνα αγρότη, για την καταπολέμηση της ανεργίας.
Για να ανοίξουν οι ορίζοντες στην ελληνική νεολαία. Οι Έλληνες νέοι είναι αυτοί που κυρίως θα ωφεληθούν στο νέο περιβάλλον της χώρας.
Για να συνεχιστεί η πολιτική ασφαλείας και σταθερότητας για την χώρα μας.
Για να πάει η Ελλάδα μπροστά με σχέδιο, όραμα, αποφασιστικότητα και σταθερό χέρι.
Γι’ αυτό σας καλώ να δώσετε ψήφο εμπιστοσύνης στον προϋπολογισμό του 2000.
Στον προϋπολογισμό ενός έτους – τομής στην πορεία της χώρας μας, ενός έτους στο οποίο θα νικήσει πάλι το όραμα και η υπευθυνότητα. Θα νικήσει το έργο και η προοπτική και θα συντριβεί ο ευκαιριακός και παραπλανητικός λαϊκισμός, η ανευθυνότητα και ο καιροσκοπισμός.

Σας καλώ να δώσετε σήμερα ψήφο εμπιστοσύνης στον προϋπολογισμό του 2000.

Για να ανοίξει ο δρόμος για το μέλλον, με την νέα λαϊκή εντολή για το 2000 – 2004.

Σας ευχαριστώ.